Κάποτε το καλοκαίρι στην Ελλάδα είχε ήλιο, θάλασσα και ένα βιβλίο που άνοιγε στη σκιά της ομπρέλας σαν αυτονόητη προέκταση του σώματος. Σήμερα έχει stories, reels, αδιάκοπο scroll και μια σχεδόν διαφημιστική εκδοχή της φιλαναγνωσίας, την «καλοκαιρινή ανάγνωση» ως lifestyle.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι καλοκαιρινό, αλλά μια κατάσταση που έχει εδραιωθεί και είναι αρκετά κωμικοτραγική. Από τη μια πλευρά οι έρευνες δείχνουν ότι μόλις το 43% δηλώνει ότι διάβασε τουλάχιστον ένα βιβλίο τον χρόνο (τραγικό!), ποσοστό χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Από την άλλη, το 85% όσων διαβάζουν λένε ότι το κάνουν για να αποδράσουν από την καθημερινότητα. Δηλαδή όλοι θέλουν τη διαφυγή, αλλά όλο και λιγότεροι περνούν την πόρτα του «διαβάζω για να ζήσω περισσότερες από μία ζωές» που έλεγε η Anaïs Nin.
Και η υποκρισία συνεχίζεται. Κάθε Ιούνιο εμφανίζεται η επιβαλλόμενη εποχική μετάλλαξη, με την απεμπολημένη φιλαναγνωσία να γίνεται μόδα. Λίστες «καλοκαιρινών βιβλίων», φωτογραφίες με βιβλία πάνω σε ξαπλώστρες, αισθητικά στημένα εξώφυλλα δίπλα σε freddo. Με το βιβλίο να έχει γίνει αξεσουάρ διακοπών, όπως το καπέλο και το αντηλιακό. Πίσω από τη δήθεν «αγάπη για το διάβασμα» (για να μην αναφερθούμε στο τι διαβάζουν οι περισσότεροι…) δεν απέμεινε σχεδόν τίποτε. Ο χρόνος που κάποτε ανήκε στο βιβλίο έχει κατακερματιστεί σε ειδοποιήσεις, οθόνες και μια διαρκή κόπωση που δεν αφήνει χώρο ούτε για δέκα σελίδες χωρίς διακοπή. Και έτσι το βιβλίο μετατρέπεται σε καλοκαιρινό άλλοθι όσων λένε «θα διαβάσω στις διακοπές», δηλαδή ποτέ στο παρόν και ίσως ούτε τότε…
Απάτη και αυταπάτες
Το πιο ειρωνικό είναι ότι οι ίδιοι οι αναγνώστες δηλώνουν πως διαβάζουν για χαλάρωση και απόδραση από τον θόρυβο. Αλλά ο θόρυβος έχει ήδη γίνει περιβάλλον και δεν είναι εξαίρεση (δείτε εδώ τι λέει σχετικά ο δημοφιλής Λαέρτης Μαλκότσης). Δεν είναι κάτι που αφήνει κάποιος πίσω, αλλά κάτι που τον ακολουθεί μέχρι την ξαπλώστρα, μαζί με το κινητό που δεν αφήνει ποτέ πραγματικά από το χέρι.
Έτσι, η «καλοκαιρινή φιλαναγνωσία» καταντά συχνά μια ευγενική αυταπάτη. Δεν πρόκειται για επιστροφή στο βιβλίο, αλλά για μια νοσταλγία της σχέσης που έχει ήδη διακοπεί μέσα στη χρονιά αλλά και στα χρόνια. Το βιβλίο δεν λείπει από το καλοκαίρι, λείπει από την καθημερινότητα που το καλοκαίρι υποτίθεται ότι απλώς αναστέλλει και δεν θεραπεύει.
Η πιο άβολη διαπίστωση είναι ότι δεν έχουμε ζήτημα χρόνου, αλλά πρόβλημα προτεραιοτήτων μεταμφιεσμένο σε έλλειψη χρόνου. «Ο άνθρωπος δεν έχει ποτέ αρκετό χρόνο για να διαβάσει, αλλά έχει πάντα χρόνο για οτιδήποτε άλλο» έγραφε εύστοχα ο Arthur Schopenhauer
Η ανάγνωση εκτοπίστηκε από κάτι πιο άμεσο και πιο εύκολο. Και το καλοκαίρι αντί να την επαναφέρει, απλώς την κάνει διακοσμητικό αφήγημα. Ίσως το βιβλίο να ζητάει το πιο δύσκολο πράγμα στην εποχή μας: Να μείνεις για λίγο μόνος με τη σκέψη σου χωρίς να την διακόψεις.
