Υπάρχει μια στιγμή στο τέλος κάθε Αυγούστου που δεν έχει να κάνει με τη θερμοκρασία ή με την ημερομηνία, η στιγμή που ο άνθρωπος κοιτάζει την παραλία λίγο διαφορετικά.
Οι ξαπλώστρες μαζεύονται, οι μουσικές χαμηλώνουν, οι βαλίτσες επιστρέφουν στις ντουλάπες και τα μέρη που για λίγες εβδομάδες έγιναν μικρές πρωτεύουσες χαράς, επιστρέφουν στη σιωπή τους. Και κάπου εκεί εμφανίζεται μια παράξενη ερώτηση: Γιατί χρειάζεται να περιμένουμε έναν ολόκληρο χρόνο για να ζήσουμε όπως πραγματικά θέλουμε;
Δεν μας πονάει μόνο ότι τελειώνουν οι διακοπές, αλλά ότι τελειώνει η μοναδική περίοδος κατά την οποία επιτρέπουμε στον εαυτό μας να μην λειτουργεί σαν μηχανή…
Ο Σεπτέμβριος ήταν πάντα μήνας μετάβασης
Οι κοινωνίες ποτέ δεν αντιμετώπισαν το τέλος του καλοκαιριού ως μια απλή αλλαγή θερμοκρασίας. Ήταν η περίοδος του απολογισμού, της συγκομιδής και της προετοιμασίας για ένα νέο κύκλο. Ο Σεπτέμβριος που σήμερα είναι ο ένατος μήνας, πήρε το όνομά του από το λατινικό «septem» (επτά), καθώς στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο έβδομος μήνας. Παράλληλα, σε πολλούς πολιτισμούς συνδέθηκε με τη συγκομιδή και το πέρασμα προς το φθινόπωρο.
Στην αρχαία Ελλάδα αυτή η μετάβαση είχε επίσης κοινωνικό και θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο αττικός χρόνος δεν χωριζόταν μόνο σε εποχές, αλλά σε κύκλους που συνδέονταν με γεωργικές εργασίες, γιορτές και τη ζωή της κοινότητας. Το τέλος του καλοκαιριού δεν σήμαινε απώλεια, αλλά ωρίμανση.
Ίσως γι’ αυτό ακόμη και σήμερα ο Σεπτέμβριος κουβαλά αυτή την περίεργη διπλή αίσθηση, με λίγο πένθος για αυτό που τελειώνει και λίγη προσμονή για αυτό που αρχίζει.
Η μεγάλη φυγή της σύγχρονης εποχής
Για αιώνες ο άνθρωπος είχε κύκλους εργασίας και ανάπαυσης που συνδέονταν με τη φύση, όπως τη συγκομιδή, τις εποχές και το φως της ημέρας. Στη βιομηχανική εποχή όμως ο χρόνος άρχισε να μετριέται διαφορετικά, καθώς το ρολόι αντικατέστησε τον ήλιο και η παραγωγικότητα αντικατέστησε τον ρυθμό.
Σήμερα πολλοί άνθρωποι ζουν σε μια μόνιμη αναμονή «Να περάσει ο χειμώνας, να έρθει το καλοκαίρι και να πάρω άδεια, να φύγω λίγο». Κι έτσι η ζωή χωρίζεται επικίνδυνα σε δύο κομμάτια, στο κομμάτι που αντέχουμε και στο κομμάτι που ζούμε.
Στις διακοπές δεν αλλάζει μόνο ο τόπος, αλλά αλλάζει ο άνθρωπος. Ξυπνά διαφορετικά, κοιτάζει περισσότερο, βιάζεται λιγότερο, μιλά περισσότερο με τους ανθρώπους δίπλα του και θυμάται ότι υπάρχει κόσμος έξω από οθόνες, ειδοποιήσεις και προθεσμίες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επιστήμονες συνδέουν τις περιόδους ανάπαυσης με βελτίωση της ψυχικής ευεξίας και μείωση της επαγγελματικής εξουθένωσης.
Το παράδοξο είναι ότι επιστρέφουμε από τις διακοπές και συχνά προσπαθούμε να ξεχάσουμε ακριβώς αυτό που μας έκαναν να θυμηθούμε: Ότι μπορούμε να ζούμε πιο αργά και πιο «βαθιά».
Η φύση αλλάζει ρυθμό και μας παρασύρει
Το καλοκαίρι είναι η εποχή της εξωστρέφειας. Περισσότερο φως, μεγαλύτερες ημέρες και περισσότερη ζωή έξω από το σπίτι, με τον άνθρωπο να ακολουθεί έναν αρχαίο βιολογικό ρυθμό: Βγαίνει, κινείται, συναντά άλλους ανθρώπους.
Όταν οι ημέρες μικραίνουν και το φως μειώνεται, αλλάζει σταδιακά και η ανθρώπινη συμπεριφορά. Η φύση περνά από την εξωστρέφεια στη συγκέντρωση. Οι καρποί ωριμάζουν, τα φυτά προετοιμάζονται για τον χειμώνα, τα οικοσυστήματα αλλάζουν λειτουργία. Το φθινόπωρο δεν είναι η «νεκρή περίοδος» μετά το καλοκαίρι, αλλά η εποχή της μεταμόρφωσης. Η ίδια η γη μάς υπενθυμίζει ότι κάθε κορύφωση περιέχει ήδη την αρχή της υποχώρησης.
Γιατί νιώθουμε αυτό το περίεργο κενό όταν τελειώνουν οι διακοπές;
Υπάρχει λόγος που πολλοί άνθρωποι αισθάνονται μια μελαγχολία όταν επιστρέφουν από τις διακοπές. Στη σύγχρονη ψυχολογία περιγράφεται συχνά ως «post-vacation blues», ένα αίσθημα πτώσης της διάθεσης που εμφανίζεται όταν ο εγκέφαλος μεταβαίνει από μια περίοδο χαλάρωσης, νέων εμπειριών και ελευθερίας, πίσω στη ρουτίνα.
Δεν μας λείπει μόνο η θάλασσα, αλλά και η εκδοχή του εαυτού μας που υπήρχε εκεί. Ο άνθρωπος των διακοπών ξυπνά χωρίς ξυπνητήρι, περπατά χωρίς βιασύνη, τρώει όταν πεινάσει, κοιτάζει τον ορίζοντα χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Είναι ένας άνθρωπος λιγότερο παραγωγικός αλλά συχνά περισσότερο παρών.
Η επιστροφή στην καθημερινότητα δημιουργεί μια απότομη αντίθεση. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι διακοπές μπορούν να έχουν θετική επίδραση στην ευεξία και στη μείωση της εξάντλησης, αν και τα οφέλη συχνά μειώνονται μετά την επιστροφή στην εργασία. Ίσως λοιπόν το πρόβλημα δεν είναι ότι τελειώνουν οι διακοπές, αλλά ότι πολλές φορές η καθημερινότητα δεν έχει μέσα της αρκετά στοιχεία από εκείνη την ελευθερία.
Το άδειο νησί του Σεπτεμβρίου έχει άλλη ομορφιά
Υπάρχει ένα καλοκαίρι που γνωρίζουν μόνο όσοι μένουν μετά την αναχώρηση των πολλών. Ο Αύγουστος είναι το καλοκαίρι της γιορτής και ο Σεπτέμβριος είναι το καλοκαίρι της μνήμης. Η θάλασσα είναι ακόμη ζεστή, αλλά οι παραλίες έχουν χώρο. Οι ντόπιοι επιστρέφουν στους ρυθμούς τους, οι δρόμοι ξαναγίνονται ανθρώπινοι, το φως χαμηλώνει και αποκτά εκείνη τη χρυσαφένια ποιότητα που δεν έχει η ένταση του Ιουλίου.
Το άδειο νησί μετά τον Αύγουστο ξέρει μια αλήθεια, ότι υπάρχει μια ομορφιά στο τέλος. Το άδειο τραπέζι στο παραθαλάσσιο ταβερνάκι, ο δρόμος χωρίς κίνηση, η θάλασσα χωρίς φωνές, η παραλία που ξαναγίνεται τοπίο και όχι προϊόν κατανάλωσης.
Το τέλος της εποχής επιστρέφει στα πράγματα την πραγματική τους αξία. Είναι η εποχή που το καλοκαίρι σταματά να είναι θέαμα και γίνεται εμπειρία. «Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια / την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης / που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες / των απλών καλών ανθρώπων», έγραφε ο Οδυσσέας Ελύτης.
Όσοι είχαν την τύχη ή την επιλογή να το ζήσουν, ξέρουν καλά για τι μιλάμε…
Το τέλος του καλοκαιριού ως προσωπικός απολογισμός
Ίσως κάθε Σεπτέμβριος μάς θυμίζει αυτό που ξεχνάμε μέσα στην ταχύτητα της χρονιάς, ότι τίποτα δεν μένει ίδιο. Οι εποχές, οι άνθρωποι, οι σχέσεις και οι εκδοχές μας αλλάζουν.
Το καλοκαίρι δεν χάνεται όταν τελειώνει. Μεταφέρεται μέσα μας, στις φωτογραφίες, στις μυρωδιές, στις συζητήσεις αργά το βράδυ, σε εκείνη τη μικρή αίσθηση ότι για λίγο ζήσαμε πιο αργά. Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό νόημα της εποχής.
Ο Σεπτέμβριος δεν είναι το τέλος, έχει μια σκληρή ειλικρίνεια. Δεν έχει την υπόσχεση του Ιουνίου ούτε την ένταση του Αυγούστου. Ίσως γι’ αυτό προκαλεί τόσο ανάμεικτα συναισθήματα. Είναι ο μήνας των νέων αρχών, των αποφάσεων, των σχεδίων, αλλά και ο μήνας που καταλαβαίνουμε πόσο λίγο χώρο έχουμε αφήσει μέσα στη χρονιά για εμάς.
Οι αρχαίοι πολιτισμοί δεν έβλεπαν τις εποχές ως εχθρούς, καθώς η αλλαγή ήταν μέρος της ισορροπίας. Η φύση δεν κρατά για πάντα την άνοιξη ούτε απαιτεί από το καλοκαίρι να διαρκέσει αιώνια. Ίσως το πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου να είναι ότι ζητά από τη ζωή να λειτουργεί διαφορετικά από τη φύση. Θέλει μόνιμη απόλαυση, μόνιμη κορύφωση, μόνιμη νεότητα και όταν έρχεται η αλλαγή τη βιώνει σαν απώλεια!
Το ζητούμενο δεν είναι να κρατήσουμε τον Αύγουστο για πάντα, αλλά να μην επιστρέψουμε ακριβώς στον ίδιο άνθρωπο που έφυγε. Να κρατήσουμε κάτι από εκείνη την απλότητα, ένα απόγευμα χωρίς πρόγραμμα, μια συζήτηση χωρίς κινητό στο χέρι, μια βόλτα χωρίς σκοπό, μια μικρή άρνηση στη λογική ότι η ζωή πρέπει συνεχώς να παράγει, να αποδίδει, να επιταχύνει.
Το μεγαλύτερο μάθημα του καλοκαιριού είναι ότι δεν χρειαζόμαστε πάντα μια άλλη ζωή, αλλά περισσότερο χώρο μέσα στη ζωή που ήδη έχουμε.
