Όποιος περπατήσει ένα καλοκαιρινό βράδυ σε μια πυκνοδομημένη γειτονιά θα διαπιστώσει εύκολα ότι ακουμπώντας έναν τοίχο πολυκατοικίας, η επιφάνειά του παραμένει ζεστή ακόμη και ώρες μετά τη δύση του ήλιου!
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της μεγάλης θερμοχωρητικότητας των δομικών υλικών όπως το σκυρόδεμα, το τούβλο και η πέτρα, τα οποία λειτουργούν σαν τεράστιες «θερμικές μπαταρίες». Απορροφούν σημαντικές ποσότητες ηλιακής ακτινοβολίας κατά τη διάρκεια της ημέρας και στη συνέχεια τις αποδίδουν αργά στο περιβάλλον, διατηρώντας υψηλές θερμοκρασίες καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Η πόλη δεν προλαβαίνει να κρυώσει
Οι επιστήμονες περιγράφουν το φαινόμενο ως αστική θερμική νησίδα. Σε αντίθεση με τις αγροτικές περιοχές όπου το έδαφος και η βλάστηση ψύχονται σχετικά γρήγορα μετά τη δύση του ήλιου, οι πόλεις συνεχίζουν να αποβάλλουν τη θερμότητα που έχουν αποθηκεύσει.
Μάλιστα, αρκετές έρευνες δείχνουν ότι η διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ πόλης και υπαίθρου είναι συχνά μεγαλύτερη τις νυχτερινές ώρες παρά το μεσημέρι. Αυτό οφείλεται ακριβώς στη συνεχή εκπομπή θερμότητας από δρόμους, στέγες και προσόψεις κτιρίων.
Σε ορισμένες μεγάλες πόλεις έχουν καταγραφεί νυχτερινές διαφορές αρκετών βαθμών Κελσίου, ανάλογα με τη μορφολογία της πόλης, την πυκνότητα δόμησης και τις καιρικές συνθήκες.
Οι συνέπειες στην υγεία
Η μεγαλύτερη ανησυχία δεν αφορά μόνο στην αίσθηση δυσφορίας, αλλά στη φυσιολογία του ανθρώπινου οργανισμού. Το ανθρώπινο σώμα χρειάζεται τις πιο δροσερές νυχτερινές ώρες για να αποβάλει τη θερμότητα που συσσώρευσε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Όταν όμως ο αέρας και οι γύρω επιφάνειες παραμένουν θερμές, αυτή η διαδικασία δυσκολεύει σημαντικά.
Οι συνέπειες μπορεί να περιλαμβάνουν
- διαταραχή του ύπνου
- αυξημένη καρδιαγγειακή επιβάρυνση
- μεγαλύτερο κίνδυνο αφυδάτωσης
- αυξημένη πιθανότητα θερμικής εξάντλησης ή θερμοπληξίας, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα με χρόνια νοσήματα.
Η επιστημονική βιβλιογραφία συνδέει σταθερά τις θερμές νύχτες με αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα κατά τη διάρκεια παρατεταμένων καυσώνων.
Οι ζεστοί τοίχοι επιβαρύνουν τον άνθρωπο και μέσω της ακτινοβολούμενης θερμότητας. Ακόμη κι αν ένα θερμόμετρο δείχνει ότι η θερμοκρασία έχει πέσει, οι επιφάνειες που εξακολουθούν να εκπέμπουν υπέρυθρη ακτινοβολία αυξάνουν αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν μέση ακτινοβολούμενη θερμοκρασία (mean radiant temperature). Επομένως, ο ανθρώπινος οργανισμός αισθάνεται μεγαλύτερη ζέστη από αυτήν που δείχνει το θερμόμετρο.
Γιατί οι ελληνικές πόλεις υποφέρουν περισσότερο
Στην Ελλάδα συνυπάρχουν αρκετοί επιβαρυντικοί παράγοντες:
- Εκτεταμένες επιφάνειες από σκυρόδεμα και άσφαλτο,
- Περιορισμένο αστικό πράσινο
- Στενοί δρόμοι που εγκλωβίζουν τη θερμότητα
- Έντονη ηλιοφάνεια επί πολλές ώρες
- Χρήση κλιματιστικών, τα οποία αποβάλλουν επιπλέον θερμότητα προς τον εξωτερικό χώρο.
Ειδικά η Αθήνα έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερευνών, που δείχνουν ότι η μορφολογία της πόλης επηρεάζει σημαντικά τις επιφανειακές θερμοκρασίες και την ένταση της αστικής θερμικής νησίδας.
Τι μπορεί να μειώσει το πρόβλημα
Οι ειδικοί προτείνουν έναν συνδυασμό παρεμβάσεων όπως
- περισσότερα δέντρα και πράσινες επιφάνειες
- ψυχρά υλικά σε στέγες και προσόψεις με υψηλή ανακλαστικότητα
- καλύτερη θερμομόνωση των κτιρίων
- περιορισμό των εκτεταμένων ασφαλτοστρωμένων επιφανειών
- αστικό σχεδιασμό που ευνοεί τον φυσικό αερισμό.
Μελέτες δείχνουν ότι η μείωση της θερμικής αποθήκευσης των δομικών υλικών και η χρήση ψυχρών στεγών, μπορούν να μειώσουν τη νυχτερινή θερμοκρασία του αστικού αέρα περίπου κατά 1°C, κάτι που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό σε περιόδους καύσωνα.
Όταν ένας τοίχος παραμένει ζεστός τη νύχτα, δεν πρόκειται απλώς για μια παράξενη αίσθηση. Είναι ένδειξη ότι η πόλη συνεχίζει να εκπέμπει τη θερμότητα που αποθήκευσε επί ώρες, στερώντας από τους κατοίκους τη φυσική «ανάσα» της νύχτας. Και όσο οι καύσωνες γίνονται συχνότεροι και εντονότεροι, η ικανότητα των πόλεων να αποβάλλουν αυτή τη συσσωρευμένη θερμότητα μετατρέπεται από ζήτημα άνεσης σε κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας.
