Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν γιγαντιαίο δημοσιονομικό και ενεργειακό κυκεώνα, καθώς οι σχεδιασμοί για την πράσινη μετάβαση αποκαλύπτουν μια επικίνδυνη αναντιστοιχία μεταξύ θεωρίας και πράξης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποτυπώνονται στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, οι προβλεπόμενες επενδύσεις για την περίοδο 2025-2030 αγγίζουν το ιλιγγιώδες ποσό των 94 δισεκατομμυρίων ευρώ, μέγεθος που αντιστοιχεί περίπου στο 38% του σημερινού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Υπό κανονικές συνθήκες, μια τέτοια τιτάνια προσπάθεια θα έπρεπε να εγγυάται την ενεργειακή ευημερία και τη μείωση του κόστους για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Εντούτοις, η πραγματικότητα της αγοράς καταδεικνύει ότι η αλόγιστη δέσμευση κεφαλαίων σε κορεσμένα τμήματα του δικτύου οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη φθίνουσα παραγωγικότητα του κεφαλαίου, μετατρέποντας ενίοτε τις πολυδιαφημισμένες πράσινες επενδύσεις σε οικονομικά ασύμφορες επιλογές.
Το δομικό πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η σταθερή εγκατάσταση νέων μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν συνοδεύεται από την απαιτούμενη εξισορρόπηση του συστήματος. Ενώ τα φωτοβολταϊκα και τα αιολικά πάρκα σπάνε συνεχώς τα ρεκόρ παραγωγής, όπως συνέβη τον Αύγουστο του 2026, το ηλεκτρικό δίκτυο αδυνατεί να απορροφήσει το σύνολο της ενέργειας. Κατά τις μεσημεριανές ώρες παρατηρείται συχνά πλεόνασμα που οδηγεί σε μηδενικές ή ακόμη και αρνητικές τιμές στη χονδρική αγορά, ενώ οι περικοπές της πράσινης ενέργειας εκτοξεύονται. Την ίδια στιγμή, όταν η ζήτηση κορυφώνεται το βράδυ και οι ανανεώσιμες πηγές αδυνατούν να συνεισφέρουν, το σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται απόλυτα από το φυσικό αέριο, το οποίο συνεχίζει να καθορίζει τις τελικές τιμές. Το αποτέλεσμα είναι παραδοξο: παρά τα ιστορικά ρεκόρ στην παραγωγή πράσινου ρεύματος, η μέση τιμή χονδρικής στην Ελλάδα σημείωσε τεράστια αύξηση, φτάνοντας τα 133,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η κυριαρχία του φυσικού αερίου και το υψηλό κόστος της αβεβαιότητας
Η συνεχής προσήλωση στην επίτευξη ποσοτικών στόχων χωρίς προηγούμενο στρατηγικό υπολογισμό αναδεικνύει την αδυναμία του τρέχοντος παραγωγικού μοντέλου. Ο μηχανισμός λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς λειτουργεί ως εξής: η τελευταία και ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση –συνήθως μια μονάδα φυσικού αερίου– καθορίζει την ενιαία τιμή για ολόκληρο το σύστημα.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά το ρεύμα τους, επειδή η λεγόμενη ονομαστική φθηνή κιλοβατώρα του μεσημεριού δεν συμπίπτει χρονικά με τη διαθέσιμη ενέργεια που έχει ανάγκη η αγορά τις ώρες της υψηλής ζήτησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του περιβαλλοντικού οργανισμού The Green Tank για τον Αύγουστο του 2026, οι μονάδες φυσικού αερίου στην Ελλάδα παρήγαγαν τεράστιες ποσότητες ενέργειας για να καλύψουν τα κενά, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα παραμένει δέσμια των ορυκτών καυσίμων. Όταν μια οικονομία επενδύει δισεκατομμύρια σε τεχνολογίες που απαιτούν τεράστια πρόσθετα κεφάλαια για δίκτυα, μπαταρίες και εφεδρείες, χωρίς παράλληλα να διασφαλίζεται η αποδοτικότητα της επένδυσης, δημιουργείται ένα σοβαρό παραγωγικό έλλειμμα.
Η ανάγκη για ορθολογικό σχεδιασμό και ενεργειακή αυτονομία
Η λύση για να βγει κανείς από αυτό το αδιέξοδο δεν βρίσκεται στη στασιμότητα ή στην απόρριψη της πράσινης τεχνολογίας, αλλά στην ουσιαστική αλλαγή πλεύσης. Η πολιτεία οφείλει να εγκαταλείψει την ιδεολογική υπεράσπιση των στόχων χωρίς προηγούμενο έλεγχο της απόδοσης των κεφαλαίων. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός που απορροφά πόρους εις βάρος άλλων κρίσιμων τομέων της οικονομίας, όπως η μεταποίηση ή οι ψηφιακές υποδομές, δημιουργώντας το λεγόμενο κόστος ευκαιρίας.
Αυτό που απαιτείται άμεσα είναι η επένδυση σε υποδομές αποθήκευσης ενέργειας, όπως οι σύγχρονες συστοιχίες μπαταριών, οι οποίες μπορούν να αποταμιεύουν το πλεονάζον ρεύμα των ηλιακών και αιολικών πάρκων κατά τη διάρκεια της ημέρας και να το διοχετεύουν στο δίκτυο όταν οι ανάγκες το απαιτούν. Παράλληλα, η αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων και η καθιέρωση τιμολογίων που ενθαρρύνουν την κατανάλωση σε περιόδους χαμηλής ζήτησης αποτελούν μονόδρομο. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με τον όγκο των δισεκατομμυρίων που διοχετεύονται σε πράσινες εγκαταστάσεις, αλλά από την πραγματική παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών από τις στρεβλώσεις της αγοράς.
