«Οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν το δικαίωμα να μιλάνε λεγεώνες ηλιθίων που άλλοτε δεν μίλαγαν παρά μόνο σε μπαρ αφού είχαν πιει κανένα ποτήρι κρασί, χωρίς να βλάπτουν την κοινότητα. Τους αναγκάζαμε αμέσως να σωπάσουν, αλλά σήμερα έχουν το ίδιο δικαίωμα λόγου με ένα βραβείο Nobel»!
Τα παραπάνω είχε πει ο Umberto Eco που δεν χαριζόταν στις λέξεις, αποτυπώνοντας μια θλιβερή πραγματικότητα που τείνει να γίνει εφιαλτική μέσα στον εκχυδαϊσμό της ψηφιακής δημόσιας σφαίρας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάει ο κάθε… πικραμένος, αλλά ότι εξαφανίστηκαν τα φίλτρα και αντικαταστάθηκαν από μετρικές (likes, views) που δεν έχουν σχέση με αλήθεια, φίλτρα που κάποτε ξεχώριζαν τη γνώμη από τον θόρυβο. Το πρόβλημα είναι ότι συνυπάρχουν ο ειδικός και ο απατεώνας, ο ανενημέρωτος και ο βλάκας, στο ίδιο πεδίο. Εκεί όπου ο αλγόριθμος δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια αλλά για την ένταση, εκεί όπου όποιος φωνάζει περισσότερο, κερδίζει.
Κάποτε η ανοησία και τα «έπεα πτερόεντα» είχαν ως όρια χώρου και χρόνου ένα τραπέζι, ένα ποτήρι, μια παρέα. Σήμερα έχουν απεριόριστη εμβέλεια και μόνιμο αρχείο, καθώς λεγεώνες ανόητων απέκτησαν ακροατήρια, αριθμούς και εξουσία, καθορίζοντας -τραγικό!- γνώμες και εξελίξεις ως… «influencers»!
Το επιχείρημα της ελευθερίας του λόγου χρησιμοποιείται ως ασπίδα για κάθε είδους αυθαιρεσία. Όμως ελευθερία δεν σημαίνει ισοπέδωση της ευθύνης. Όταν όλα τα επιχειρήματα θεωρούνται ισότιμα, τότε η γνώση δεν έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την άγνοια και αυτό δεν είναι δημοκρατία, αλλά παραίτηση από τη λογική.
Το ερώτημα δεν είναι -και δεν πρέπει να είναι- πώς θα σωπάσουν οι πολλοί. Είναι πώς θα ξαναδώσουμε αξία στη λογική, στη σιωπή, στην τεκμηρίωση, στη διάκριση. Γιατί αν όλα αξίζουν το ίδιο, τότε τίποτα δεν αξίζει πραγματικά.
