Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων και κρίσης στο ερευνητικό οικοσύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών, η Ευρώπη επιχειρεί να κάνει ένα ιστορικό άλμα και να καθιερωθεί ως το νέο παγκόσμιο καταφύγιο για την επιστημονική κοινότητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκμεταλλευόμενη το κλίμα αβεβαιότητας στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, όπου οι κρατικές χρηματοδοτήσεις παγώνουν και οι απολύσεις ερευνητών αυξάνονται, ξεκίνησε μια φιλόδοξη εκστρατεία με τίτλο «Επιλέξτε την Ευρώπη».
Με προϋπολογισμό που αγγίζει τα 900 εκατομμύρια ευρώ για την προσέλκυση κορυφαίων μυαλών και τη θεσμοθέτηση ειδικών, μακροχρόνιων υποτροφιών, η Γηραιά Ήπειρος θέλει να αποτελέσει τον αντίπαλο πόλο απέναντι στην Αμερική και την Κίνα. Ωστόσο, πίσω από τις μεγαλόπνοες διακηρύξεις, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η Ευρώπη παραμένει ένας «κοιμώμενος γίγαντας» που πρέπει να ξυπνήσει άμεσα, καθώς αντιμετωπίζει βαθιές παθογένειες στη χρηματοδότηση, τη γραφειοκρατία και τη μετατροπή της γνώσης σε οικονομική ανάπτυξη.
Το παράδοξο της ευρωπαϊκής έρευνας και η συμμαχία των «μεσαίων δυνάμεων»
Η Ευρώπη διαθέτει υποδομές παγκόσμιας κλάσης, όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Πυρηνικών Ερευνών και το Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας, ενώ παράγει ετησίως περισσότερες επιστημονικές δημοσιεύσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι επιστήμονες πρωτοστατούν στις διεθνείς συνεργασίες, αναπτύσσοντας ισχυρούς δεσμούς με τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
Το επόμενο μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την έρευνα, που θα τρέξει από το 2028 έως το 2034, αναμένεται να λάβει την ιστορικότερη αύξηση στην ιστορία του, αγγίζοντας τα 175 δισεκατομμύρια ευρώ, παρά τις πιέσεις ορισμένων κρατών-μελών για περικοπές. Η ελκυστικότητα αυτού του δικτύου είναι τόσο μεγάλη που χώρες εκτός Ευρώπης, όπως ο Καναδάς, η Νέα Ζηλανδία, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Αυστραλία, έχουν ήδη συνδεθεί ήδη μαζί του, δημιουργώντας μια παγκόσμια συμμαχία δημοκρατικών «μεσαίων δυνάμεων».
Ωστόσο, οι συνολικές επενδύσεις της Ευρώπης στην έρευνα και την ανάπτυξη υπολείπονται δραματικά των δύο μεγάλων ανταγωνιστών της. Η Αμερική και η Κίνα επενδύουν κάθε χρόνο περισσότερο από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια η καθεμία, τη στιγμή που η Ευρώπη περιορίζεται στα 750 δισεκατομμύρια.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως επεσήμανε και ο οικονομολόγος Μάριο Ντράγκι στην έκθεσή του για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, εντοπίζεται στον ιδιωτικό τομέα. Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν το 77% της έρευνας, στην Ευρώπη το ποσοστό αυτό πέφτει στο 66%. Η Γηραιά Ήπειρος δυσκολεύεται να μετατρέψει την ακαδημαϊκή της αριστεία σε εμπορική καινοτομία, με αποτέλεσμα να στερείται τεχνολογικών κολοσσών και να βλέπει τις πατέντες της να αξιοποιούνται ελάχιστα στην αγορά.
Τα εσωτερικά εμπόδια, η γραφειοκρατία και η στροφή στην αμυντική έρευνα
Η προσέλκυση ξένων επιστημόνων δεν εξαρτάται μόνο από τα κονδύλια, αλλά και από την καθημερινότητα. Αν και η Ευρώπη προσφέρει καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, οι μισθοί παραμένουν χαμηλότεροι από εκείνους των Αμερικανικών ιδρυμάτων.
Την ίδια στιγμή, ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς αποτελεί τροχοπέδη. Κάθε κράτος-μέλος διατηρεί τους δικούς του κανόνες για την απασχόληση, τις συντάξεις και την κοινωνική ασφάλιση, καθιστώντας τη μετακίνηση ενός ερευνητή από τη μία ευρωπαϊκή χώρα στην άλλη μια γραφειοκρατική οδύσσεια. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί φέτος μια νέα νομοθετική πράξη για την ενοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας, καθώς και διευκολύνσεις για τις νέες επιχειρήσεις τεχνολογίας, όμως οι αλλαγές αυτές απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν.
Παράλληλα, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι γεωπολιτικές πιέσεις αναγκάζουν την Ευρώπη να αλλάξει ριζικά προσανατολισμό. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να επενδύσει 131 δισεκατομμύρια ευρώ για την άμυνα, την ασφάλεια και το διάστημα κατά την επόμενη εξαετία, πενταπλασιάζοντας τα σημερινά επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτό, το επόμενο μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα θα επιτρέψει τη χρηματοδότηση τεχνολογιών διπλής χρήσης, δηλαδή συστημάτων που έχουν τόσο πολιτική όσο και στρατιωτική εφαρμογή, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Αυτή η στροφή προς την αμυντική έρευνα δημιουργεί μια νέα πρόκληση για τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, τα οποία καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην παραδοσιακή κουλτούρα της ανοιχτής επιστήμης και τις αυστηρές απαιτήσεις εθνικής ασφάλειας που επιβάλλει η νέα πραγματικότητα.
