Στη μακρά και δαπανηρή προσπάθεια της ανθρωπότητας να ανακαλύψει ίχνη ζωής μακριά από τη Γη, το μεγαλύτερο άγχος των ειδικών ήταν πάντα η πιθανότητα ενός λάθος συναγερμού. Τι γίνεται όμως αν το πραγματικό πρόβλημα είναι το ακριβώς αντίθετο; Μια νέα επιστημονική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιθεώρηση αστρονομίας «Nature Astronomy» από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι μπορεί ήδη να έχουμε λάβει αποδείξεις για την ύπαρξη εξωγήινης ζωής, αλλά να τις προσπερνάμε επειδή δεν ξέρουμε πώς να τις αναγνωρίσουμε ή επειδή τα εργαλεία μας δεν είναι σχεδιασμένα για να τις εντοπίσουν.
Η έρευνα εστιάζει στο φαινόμενο των λεγόμενων «λανθασμένων» αποτελεσμάτων. Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η ζωή είναι παρούσα ή άφησε το αποτύπωμά της στο παρελθόν, αλλά οι μετρήσεις μας δείχνουν ότι ένας πλανήτης είναι εντελώς νεκρός. Σύμφωνα με την επικεφαλής της μελέτης, καθηγήτρια αστροβιολογίας Ίνγκε Λους τεν Κέιτ, επενδύονται τεράστια ποσά σε διαστημικές αποστολές οι οποίες θα έπρεπε να έχουν τελείως διαφορετικό σχεδιασμό, καθώς η πιθανότητα να παραβλέψουμε κάτι σημαντικό δεν λαμβάνεται σχεδόν ποτέ υπόψη κατά την κατασκευή των οργάνων.
Οι λόγοι που τα σημάδια της ζωής μένουν στο σκοτάδι
Οι αιτίες που μια ζωντανή ένδειξη μπορεί να ξεφύγει από το ραντάρ των επιστημόνων είναι πολλές και σύνθετες. Τα χημικά αποτυπώματα που αφήνουν πίσω τους οι ζωντανοί οργανισμοί μπορεί να αλλοιωθούν ή να σβήσουν με την πάροδο του χρόνου λόγω των σκληρών συνθηκών του διαστήματος. Σε άλλες περιπτώσεις, τα σήματα αυτά είναι εξαιρετικά αδύναμα για την τρέχουσα τεχνολογία μας, ενώ στην ατμόσφαιρα μακρινών πλανητών, τα αέρια που παράγουν οι οργανισμοί μπορεί να εξουδετερώνονται ή να καλύπτονται από φυσικές γεωλογικές διεργασίες.
Η καθηγήτρια Τεν Κέιτ τονίζει ότι η επιστημονική κοινότητα έχει την τάση να αναζητά μόνο ό,τι ήδη γνωρίζει από τη Γη. Για να γίνει κατανοητό το πρόβλημα, χρησιμοποιεί ένα απλό παράδειγμα: αν υπάρχει ζωή κάτω από έναν βράχο και εμείς κοιτάζουμε τον βράχο μόνο από ψηλά, δεν πρόκειται να τη δούμε ποτέ. Για τον λόγο αυτό, η ερευνητική ομάδα προτείνει τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Τα εξελιγμένα υπολογιστικά συστήματα, εκπαιδευμένα να εντοπίζουν πολύπλοκα μοτίβα, μπορούν να ανακαλύψουν κρυφές σχέσεις και σήματα στα δεδομένα που το ανθρώπινο μάτι θα αδυνατούσε πλήρως να παρατηρήσει.
Το τεράστιο κόστος ενός λάθους και η απειλή για το σύμπαν
Οι συνέπειες ενός τέτοιου τυφλού σημείου στην έρευνα μπορεί να αποβούν μοιραίες για την επιστήμη αλλά και για το ίδιο το μέλλον της διαστημικής εξερεύνησης. Αν οι επιστήμονες αποφανθούν λανθασμένα ότι ένας πλανήτης δεν φιλοξενεί ζωή, η χρηματοδότηση θα κοπεί, το ενδιαφέρον θα στραφεί αλλού και ένας δυνητικά κατοικήσιμος κόσμος θα εγκαταλειφθεί για πάντα στην αφάνεια.
Ο δεύτερος και ακόμη πιο άμεσος κίνδυνος αφορά τη μελλοντική εκμετάλλευση των πλανητών. Αν η επιστήμη αποτύχει να εντοπίσει τη μικροσκοπική ζωή σε έναν ουράνιο σώμα, οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες θα ανάψουν το πράσινο φως για την εξόρυξη πρώτων υλών και μετάλλων. Μια τέτοια βιομηχανική δραστηριότητα θα μπορούσε να καταστρέψει ανεπανόρθωτα και οριστικά ένα ξένο οικοσύστημα προτού καν μάθουμε ότι υπήρχε.
Ως παράδειγμα της άγνοιάς μας, η μελέτη αναφέρει κάποια ορυκτά σιδήρου που ανακαλύφθηκαν πέρυσι στον Άρη, τα οποία εμφανίζουν μια μορφή οξείδωσης που στη Γη συναντάται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ζωντανών οργανισμών. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι βρέθηκε ζωή στον Άρη, αλλά δείχνει ότι αν δεν κατανοήσουμε βαθύτερα τη χημεία αυτών των πλανητών πριν στείλουμε την επόμενη αποστολή, το λάθος είναι σχεδόν βέβαιο.
