Η εικόνα ενός γαλλικού λυκείου αποκλεισμένου από κάδους απορριμμάτων και μεταλλικά κιγκλιδώματα, με τους μαθητές να έρχονται αντιμέτωποι με τις διμοιρίες της αστυνομίας μέσα σε ένα σύννεφο δακρυγόνων, τείνει να αντιμετωπίζεται από κάποιους ως μια ακόμα αναμενόμενη γαλλική ιδιαιτερότητα. Η επιφανειακή ανάγνωση της επικαιρότητας κάνει λόγο για άλλη μία περιοδική έξαρση της νεανικής ανησυχίας στο Παρίσι, η οποία θα υποχωρήσει μόλις ολοκληρωθεί ο κύκλος της. Ωστόσο, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται τις τελευταίες εβδομάδες σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο αποκαλύπτει ένα πολύ βαθύτερο κύμα αμφισβήτησης. Αυτό που ξεκίνησε στις γαλλικές συνοικίες ως μια τοπική διαμαρτυρία για τις υποβαθμισμένες σχολικές υποδομές, εξελίσσεται ταχύτατα σε μια διασυνοριακή, συστημική κρίση. Από τη Λιέγη και τις καταλήψεις σχολείων στην Ιταλία, τις διαδηλώσεις σε Ισπανία, Πορτογαλία και Σερβία, μέχρι τις προαναγγελθείσες διαδηλώσεις στη Γερμανία και την Αυστρία, η ευρωπαϊκή νεολαία φαίνεται να μοιράζεται μια κοινή, βαθιά αίσθηση ματαίωσης.
Οι κοινοί παρονομαστές μιας γενεαλογικής ρήξης
Παρά τις τοπικές διαφοροποιήσεις, οι κινητοποιήσεις που καταγράφονται από τον ευρωπαϊκό βορρά έως τον νότο συνδέονται από συγκεκριμένες δομικές αιτίες. Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων βρίσκεται η κατάρρευση των δημόσιων υποδομών εκπαίδευσης, η εκτίναξη του κόστους διαβίωσης και η πλήρης αβεβαιότητα για την επαγγελματική αποκατάσταση μετά την ολοκλήρωση των σπουδών. Οι μαθητές και οι φοιτητές δεν διαμαρτύρονται απλώς για μια συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, αλλά για μια συνολική αλλαγή προτεραιοτήτων της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, η ραγδαία αύξηση των αμυντικών δαπανών και οι δημοσιονομικές περικοπές πιέζουν αισθητά το κοινωνικό κράτος. Παράλληλα, η αβεβαιότητα που προκαλεί η διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης στην αγορά εργασίας δημιουργεί ένα αίσθημα ακύρωσης των προοπτικών της νέας γενιάς. Αυτές οι κοινές ανησυχίες, σε συνδυασμό με την ταχύτατη δικτύωση μέσω του διαδικτύου, επιτρέπουν την άμεση υιοθέτηση κοινών μορφών δράσης, μετατρέποντας τις μεμονωμένες εστίες διαμαρτυρίας σε έναν ενιαίο ευρωπαϊκό προβληματισμό.
Η γαλλική μήτρα και η κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου
Για να κατανοήσει κανείς τη δυναμική αυτής της έξαρσης, οφείλει να αναλύσει τους μηχανισμούς που πυροδότησαν την έκρηξη στη Γαλλία. Η αφορμή δόθηκε από την καθημερινή υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, οι υπεράριθμες τάξεις και οι ακατάλληλες κτιριακές υποδομές, μετέτρεψαν τις σχολικές κινητοποιήσεις σε γενικευμένο κοινωνικό μέτωπο με τη συμμετοχή γονέων, καθηγητών και πανεπιστημιακών.
Αυτή η εξέλιξη εγγράφεται σε μια μακρά αλυσίδα κοινωνικών αναταραχών των τελευταίων ετών, από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων και τις απεργίες για το ασφαλιστικό, μέχρι τις εξεγέρσεις στα υποβαθμισμένα προάστια και τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Στη Γαλλία, η υψηλή φορολογία αντιμετωπίζεται παραδοσιακά ως μια αμοιβαία συμφωνία με το κράτος για την παροχή ισχυρών κοινωνικών υπηρεσιών. Όταν η κρατική μέριμνα υποχωρεί, οι πολίτες θεωρούν ότι η πολιτεία παραβιάζει τους όρους αυτής της συνθήκης, προσφεύγοντας στο δρόμο ως το μοναδικό μέσο πίεσης απέναντι σε ένα συγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα.
Η κομματική εκμετάλλευση και το εκλογικό ορόσημο του 2027
Όπως συμβαίνει σε κάθε μείζονα κοινωνική αναταραχή, οι νεανικές κινητοποιήσεις μετατρέπονται ταχύτατα σε πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Στη Γαλλία, η κυβέρνηση κατηγορεί τη ριζοσπαστική αριστερά για υποκίνηση των επεισοδίων, ενώ η αριστερή αντιπολίτευση στηρίζει τις διεκδικήσεις καταγγέλλοντας την αστυνομική βία. Η συγκυρία αυτή καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε έναν πυκνό εκλογικό κύκλο, με αναμετρήσεις σε κομβικές χώρες. Τα ζητήματα της αγοραστικής δύναμης, της κοινωνικής συνοχής και των ορίων του κράτους πρόνοιας αναδεικνύονται στα κεντρικά διλήμματα που θα διαμορφώσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Οι κινητοποιήσεις αυτές δεν αποτελούν μια πρόσκαιρη έξαρση, αλλά το σύμπτωμα μιας βαθύτερης μετατόπισης που αναμένεται να αναδιαμορφώσει το πολιτικό τοπίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα αμέσως επόμενα χρόνια.
Η εργαλειοποίηση του φόβου: Όταν η κοινωνική περιθωριοποίηση μετατρέπεται σε αφορμή αυταρχικής εκτροπής
Παράλληλα, η κλιμάκωση των κοινωνικών εντάσεων και των μαζικών κινητοποιήσεων στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις επαναφέρει στο προσκήνιο μια γνώριμη πολιτική τακτική. Αντί της ουσιαστικής ανάλυσης των δομικών προβλημάτων της εκπαίδευσης, της στέγασης και της οικονομικής στασιμότητας, η δημόσια συζήτηση διολισθαίνει ταχύτατα προς την απλοϊκή απόδοση ευθυνών σε εξωτερικούς παράγοντες και συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες. Οι τοποθετήσεις ηγετικών στελεχών του διεθνούς ακροσυντηρητισμού, που αποδίδουν την έξαρση της βίας αποκλειστικά στη μεταναστευτική πολιτική και τη μη ενσωμάτωση, δεν αποτελούν μια απλή ρητορική αποτίμηση. Συνιστούν ένα συντονισμένο αφήγημα που επιδιώκει να μετατοπίσει την προσοχή από τις συστημικές αποτυχίες της οικονομικής πολιτικής στην κατασκευή ενός βολικού εσωτερικού εχθρού.
Η σύγχυση μεταξύ αιτίας και συμπτώματος
Η ταύτιση της κοινωνικής οργής με την παρουσία μεταναστευτικών κοινοτήτων συσκοτίζει την πραγματική φύση των κινητοποιήσεων. Είναι άλλο πράγμα η εξέταση των πραγματικών ορίων των υποδομών και της οικονομικής δυνατότητας μιας χώρας να ενσωματώσει νέους πληθυσμούς, και τελείως διαφορετικό η απόδοση της συστημικής κατάρρευσης των δημόσιων αγαθών στις μεταναστευτικές ροές. Όταν η υποχρηματοδότηση των σχολείων, η διάβρωση του κράτους πρόνοιας και η απουσία προοπτικής για τη νεολαία παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα πληθυσμιακών αλλοιώσεων, ο πολιτικός λόγος παύει να είναι αναλυτικός και γίνεται εργαλείο χειραγώγησης. Η βίαιη έκφραση της διαμαρτυρίας είναι το σύμπτωμα της θεσμικής αδιαφορίας, και η απόδοσή της σε φυλετικά ή εθνικά χαρακτηριστικά αποτελεί μια επικίνδυνη απλούστευση.
