
Αν ως οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη ορίσουμε μια συστηματική διαδικασία που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, της περιβαλλοντικής και θεσμικής βιωσιμότητας, καθώς και σε ένα μοντέλο παραγωγής που επιβραβεύει την καινοτομία, τη συνεπή εργασία και το ταλέντο, τότε η ελληνική πραγματικότητα βρίσκεται σε πλήρη αποσύνδεση από την υπόσταση αυτού του ορισμού.
Η καθημερινή ειδησεογραφία των τελευταίων ετών δεν αποτυπώνει απλώς μεμονωμένες παρεκκλίσεις ή τυχαία περιστατικά παραβατικότητας, αλλά φέρνει στο φως μια ενδημική συνθήκη: την εδραίωση μιας παράλληλης οικονομίας, όπου οι κρύπτες, τα γεμάτα με δέσμες χαρτονομισμάτων στρώματα και ο ανεξήγητος πλουτισμός που θυμίζει υπερκέρδη τυχερών παιχνιδιών αποτελούν δομικά στοιχεία του εγχώριου γίγνεσθαι.
Αυτή η εικόνα της αδιαφανούς συσσώρευσης πλούτου λειτουργεί ως οξύμωρο σχήμα δίπλα στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνει η ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας. Η αναλογική απόκλιση ανάμεσα στον παράνομο χρηματισμό και την καθημερινή αγωνία του μέσου πολίτη απέναντι στην παρατεταμένη ακρίβεια και τη συρρίκνωση της αγοραστικής του δύναμης, διαμορφώνει ένα επικίνδυνο κοινωνικό ρήγμα. Όταν η επιβίωση της παραγωγικής βάσης εξαρτάται από μια διαρκή εξαντλητική βιοπάλη, ενώ ταυτόχρονα αναδύονται θύλακες αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ίδιο το νόημα της κοινωνικής προόδου τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Η θεσμική ανοχή ως κανονικότητα και η διάβρωση του κοινωνικού συμβολαίου
Η επαναλαμβανόμενη αποκάλυψη υποθέσεων ύποπτου πλουτισμού τείνει να μετατρέψει το μη κανονικό σε μια σιωπηρά αποδεκτή καθημερινότητα. Ο κίνδυνος δεν εντοπίζεται μόνο στη διασπάθιση των πόρων ή στη διαφθορά αυτή καθαυτή, αλλά στον εθισμό της κοινής γνώμης απέναντι στα φαινόμενα αυτά. Όταν ο πολίτης διαπιστώνει, λόγω της έκτασης των φαινομένων, ότι οι μηχανισμοί εφαρμογής της νομιμότητας υστερούν, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται ανεπανόρθωτα, αφήνοντας χώρο στην παραίτηση και στον κυνισμό.
Αυτή η κατάσταση υπονομεύει άμεσα την ίδια την έννοια της αξιοκρατίας και της παραγωγικής προσπάθειας. Όταν το ταλέντο, η εξειδίκευση και η συστηματική εργασία αμείβονται αναιμικά, ενώ παράλληλα η παραοικονομία και η αυθαιρεσία αποδίδουν άμεσα και ανεξέλεγκτα οφέλη, το κοινωνικό συμβόλαιο διαλύεται. Η χώρα εγκλωβίζεται σε ένα στρεβλό παραγωγικό πρότυπο, όπου το κέρδος αποσυνδέεται από την προστιθέμενη αξία και συνδέεται με την προσπέλαση σε πρόσκαιρες ή αδιαφανείς πηγές πλούτου.
Από τα εταιρικά συνθήματα στην ενεργή διεκδίκηση των πολιτών
Σε αυτό το περιβάλλον, η ρητορική περί βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα κενό περιεχομένου σύνθημα, το οποίο αναπαράγεται μηχανικά σε εταιρικές παρουσιάσεις και πολιτικές διακηρύξεις. Η τεχνοκρατική γλώσσα και οι θεωρητικές επικλήσεις της ευημερίας δεν αρκούν για να μετασχηματίσουν την οικονομική πραγματικότητα, εφόσον δεν συνοδεύονται από σημαντικές τομές στη διαφάνεια και στην κατανομή των βαρών.
Η ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης δεν μπορεί να επιβληθεί άνωθεν ως μια διαχειριστική προσαρμογή. Απαιτείται η μεταστοιχείωση της δίκαιης ανάπτυξης σε πρωτογενές αίτημα της ίδιας της κοινωνίας. Η συνειδητοποίηση ότι η πραγματική ευημερία δεν εξαρτάται από την ανοχή στην αυθαιρεσία, αλλά από τη συγκρότηση μιας διαφανούς, παραγωγικής και αξιοκρατικής οικονομίας, αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για την ουσιαστική προοπτική του τόπου.
