Στην περαιτέρω ενίσχυση της παρουσίας της στην ελληνική αγορά καθαρής ενέργειας προχωρεί ο επενδυτικός όμιλος Masdar από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αποκτώντας ένα από τα μεγαλύτερα φωτοβολταϊκά έργα της χώρας, ισχύος άνω των 550 μεγαβάτ. Η συμφωνία για την εξαγορά του πάρκου από την εταιρεία Lightsource bp αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό βήμα επέκτασης μετά την εξαγορά της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακής, η οποία λειτουργεί πλέον ως ο βασικός επιχειρησιακός βραχίονας του αραβικού ομίλου για την περιοχή της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Το υπό εξαγορά έργο αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία έως το τέλος του 2026, προσφέροντας παραγωγή ικανή να καλύψει τις ετήσιες ανάγκες περισσότερων από 200.000 νοικοκυριών. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται επίσης η ενσωμάτωση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες, με στόχο τη διασφάλιση της ευελιξίας του δικτύου και την ομαλότερη απορρόφηση της παραγόμενης ισχύος. Παράλληλα, η συναλλαγή καλύπτει και την απόκτηση δύο ιδιόκτητων υποσταθμών σύνδεσης με το σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η ολοκλήρωσή της τελεί υπό την αίρεση των απαραίτητων κανονιστικών εγκρίσεων.
Σύνδεση της πράσινης ενέργειας με τις ψηφιακές υποδομές
Παράλληλα με την επέκταση στα φωτοβολταϊκά, ο όμιλος προχωρεί σε συνεργασία με την εταιρεία Khazna Data Centers, εστιάζοντας στη διερεύνηση επενδυτικών ευκαιριών για τη δημιουργία κέντρων δεδομένων στην Ελλάδα. Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στη σύνδεση της παραγωγής καθαρής ενέργειας με τη ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικού ρεύματος από τις ψηφιακές υποδομές της χώρας. Ο συνδυασμός της τεχνογνωσίας στις ανανεώσιμες πηγές και στην αποθήκευση με την εξειδίκευση στην ανάπτυξη υποδομών δεδομένων στοχεύει στην κάλυψη των ενεργειακών απαιτήσεων της σύγχρονης ψηφιακής οικονομίας.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο επενδυτικό πλάνο του ομίλου, το οποίο προβλέπει τη διαμόρφωση ενός χαρτοφυλακίου έργων 6 γιγαβάτ στην ευρύτερη περιοχή έως το 2030, μέσα από κεφαλαιακές επενδύσεις που θα αγγίξουν τα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Με τη συγκεκριμένη κίνηση, η Ελλάδα τοποθετείται στο επίκεντρο του περιφερειακού σχεδιασμού για τη συνέργεια μεταξύ των δικτύων ενέργειας και των κέντρων επεξεργασίας δεδομένων.
