Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρά στην εφαρμογή της νέας κοινοτικής οδηγίας 1275/2024, η οποία θέτει αυστηρότερες προδιαγραφές για τη μείωση των εκπομπών ρύπων από το κτιριακό δυναμικό των κρατών-μελών. Παρά το γεγονός ότι η προθεσμία ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο εξέπνευσε τον περασμένο Μάιο, η Ελλάδα, όπως και η πλειονότητα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τις σχετικές διαδικασίες, γεγονός που οδήγησε στην έκδοση αιτιολογημένης γνώμης από την Κομισιόν.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο προβλέπει σταδιακή μείωση των εκπομπών ρύπων κατά 16% έως το 2030 και κατά 20% έως 22% έως το 2035, με απώτερο στόχο την επίτευξη κτιρίων μηδενικών εκπομπών έως το 2050. Ειδικά για τις νέες κατασκευές, η υποχρέωση συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές μηδενικών ρύπων τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2030. Παράλληλα, εισάγεται επανασχεδιασμός των ενεργειακών πιστοποιητικών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κριτηρίων αξιολόγησης.
Παράγοντες διαμόρφωσης του κόστους κατασκευής και προσφοράς
Η προσαρμογή στις νέες τεχνικές προδιαγραφές αναμένεται να επηρεάσει το συνολικό κόστος ανέγερσης νέων κατοικιών. Η αύξηση της δαπάνης κατασκευής ενδέχεται να επιδράσει περιοριστικά στην επενδυτική δραστηριότητα για τη δημιουργία νέων οικιστικών μονάδων, σε μια περίοδο που η διαθεσιμότητα ακινήτων παραμένει περιορισμένη στα αστικά κέντρα και τις τουριστικές περιοχές.
Παράλληλα, η προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου 2029 εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για την εξασφάλιση οικοπέδων και οικοδομικών αδειών πριν από την εφαρμογή των αυστηρότερων κανόνων. Όπως έχει παρατηρηθεί σε αντίστοιχες προσαρμογές του θεσμικού πλαισίου στο παρελθόν, η απότομη αύξηση της ζήτησης για γη μπορεί να επηρεάζει τις τιμές απόκτησης, διαμορφώνοντας ανάλογα το τελικό κόστος για τους αγοραστές.
Χρηματοδοτικά εργαλεία και ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων ακινήτων
Η υλοποίηση των στόχων της οδηγίας προϋποθέτει τη διάθεση σημαντικών χρηματοδοτικών πόρων, καθώς ένα μεγάλο τμήμα του οικιστικού αποθέματος στην Ελλάδα αφορά κατασκευές πριν από το 1980, οι οποίες κατατάσσονται στις χαμηλότερες ενεργειακές κατηγορίες. Από το 2019 έως το 2024 έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες αναβάθμισης σε 140.000 ακίνητα, ενώ μέσω του προγράμματος του 2025 προβλέπεται η κάλυψη επιπλέον 50.000 κατοικιών, με τη συνολική δαπάνη να προσεγγίζει τα 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Για τη περίοδο μετά το 2027, σχεδιάζεται η αξιοποίηση πόρων από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, συνολικού ύψους 5,3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Από το ποσό αυτό, 1,19 δισεκατομμύρια ευρώ προορίζονται για το νέο πρόγραμμα εξοικονόμησης ενέργειας νοικοκυριών με στόχο 62.000 κατοικίες, 930 εκατομμύρια ευρώ για την αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης και θερμοσιφώνων, και 390 εκατομμύρια ευρώ για παρεμβάσεις σε κτίρια μικρών επιχειρήσεων.
