Τα συντηρητικά που χρησιμοποιούνται ευρύτατα στη βιομηχανία τροφίμων για την εξόντωση βακτηρίων και μυκήτων φαίνεται πως κρύβουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία της καρδιάς. Σύμφωνα με νέα, μεγάλης κλίμακας επιστημονική έρευνα από τη Γαλλία, η συστηματική κατανάλωση αυτών των ουσιών συνδέεται με 29% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αυξημένης αρτηριακής πίεσης και 16% μεγαλύτερη πιθανότητα εκδήλωσης εμφραγμάτων και εγκεφαλικών επεισοδίων.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα, ωστόσο, αφορά τα λεγόμενα «φυσικά» αντιοξειδωτικά συντηρητικά, τα οποία επιστρατεύονται για να αποτρέψουν τον αποχρωματισμό των προϊόντων. Ουσίες όπως το κιτρικό και το ασκορβικό οξύ —ευρέως γνωστό ως βιταμίνη C— οδήγησαν σε αύξηση κατά 22% του κινδύνου για υπέρταση στους ανθρώπους που κατανάλωναν συχνά τρόφιμα με τα συγκεκριμένα συστατικά.
Η ψευδαίσθηση του «φυσικού» συστατικού
Οι ειδικοί σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν μια σημαντική παρεξήγηση: αν και οι αντιοξειδωτικές αυτές ενώσεις υπάρχουν αυτούσιες στη φύση, όπως για παράδειγμα στα φρούτα, η επίδρασή τους αλλάζει ριζικά όταν χρησιμοποιούνται ως πρόσθετα. Η επικεφαλής της μελέτης και διευθύντρια ερευνών στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας της Γαλλίας, Mathilde Touvier, επισημαίνει ότι το φυσικό ασκορβικό οξύ διαφέρει σημαντικά από το χημικά κατασκευασμένο πρόσθετο. Τα αποτελέσματα της μελέτης αφορούν αποκλειστικά τα πρόσθετα της βιομηχανίας και σε καμία περίπτωση δεν αμαυρώνουν την αξία των φρέσκων φρούτων και λαχανικών.
Πέρα από τα υπερ-επεξεργασμένα προϊόντα
Η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί σταθμό, καθώς είναι από τις πρώτες που εξετάζουν μεμονωμένα τα συντηρητικά και όχι γενικά τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα ως μία ενιαία κατηγορία. Μέχρι σήμερα, τα έτοιμα γεύματα προκαλούσαν ανησυχία λόγω των υψηλών ποσοστών ζάχαρης, αλατιού και λίπους. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία δεν αρκούσαν για να εξηγήσουν πλήρως τη ζημιά που προκαλούν στον οργανισμό. Η εστίαση στα συντηρητικά έρχεται να καλύψει αυτό το κενό.
Το πρόβλημα, μάλιστα, αποδεικνύεται πολύ πιο εκτεταμένο. Όπως προέκυψε, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούν μόλις το 35% των προϊόντων με συντηρητικά που καταναλώνουμε. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες ουσίες είναι κυριολεκτικά πανταχού παρούσες στην καθημερινή μας διατροφή. Οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο προϊόν που αν το αφαιρέσουμε θα λύσουμε το πρόβλημα. Η λύση βρίσκεται στην καθολική στροφή προς φρέσκα, μη επεξεργασμένα υλικά ή, αν αναζητάμε ευκολία, προς κατεψυγμένα προϊόντα, όπου η συντήρηση επιτυγχάνεται μέσω της χαμηλής θερμοκρασίας και όχι με χημικές προσθήκες.
Η ακτινογραφία της επιστημονικής έρευνας
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στην Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Επιθεώρηση, ανέλυσε τα δεδομένα περισσότερων από 112.000 εθελοντών που συμμετέχουν σε ένα μακροχρόνιο γαλλικό πρόγραμμα παρακολούθησης της υγείας από το 2009. Οι συμμετέχοντες κατέγραφαν αναλυτικά κάθε γεύμα και ρόφημα για τρεις ημέρες ανά εξάμηνο, επιτρέποντας στους επιστήμονες να συγκρίνουν την κατανάλωση συγκεκριμένων ουσιών με το ιατρικό τους ιστορικό σε βάθος δεκαετίας.
Από τα 17 συντηρητικά που εξετάστηκαν εξονυχιστικά, τα οκτώ συνδέθηκαν άμεσα με την εμφάνιση υπέρτασης. Ανάμεσά τους βρίσκονται το σορβικό κάλιο (που συναντάται σε κρασιά, αρτοσκευάσματα και σάλτσες), το μεταβισουλφίτ του καλίου (σε αλκοολούχα και ζυμώμενα ποτά) και το νιτρώδες νάτριο (βασικό συστατικό στα επεξεργασμένα κρέατα και τα αλλαντικά).
Από την άλλη πλευρά, ο αντίλογος από μέρους της βιομηχανίας τροφίμων υπενθυμίζει ότι τα συντηρητικά διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στο σύγχρονο διατροφικό σύστημα, καθώς προλαμβάνουν τροφικές δηλητηριάσεις, μειώνουν τη σπατάλη τροφίμων και παρατείνουν τη διάρκεια ζωής των προϊόντων στα ράφια.
Ο ευρύτερος κίνδυνος για την υγεία
Η καρδιά δεν είναι το μόνο θύμα αυτής της χημικής πολιορκίας. Τα νέα ευρήματα έρχονται να προστεθούν σε προηγούμενες έρευνες της ίδιας επιστημονικής ομάδας, οι οποίες είχαν συσχετίσει τα ίδια ακριβώς συντηρητικά με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου και διαβήτη τύπου 2. Συγκεκριμένα, έξι από αυτές τις ουσίες βρέθηκαν να αυξάνουν έως και 32% την πιθανότητα εμφάνισης διαφόρων μορφών καρκίνου, ενώ παράλληλα εκτόξευαν τον κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη κατά 49%.
Παρόλο που η μελέτη είναι παρατηρησιακή και δεν μπορεί να αποδείξει με απόλυτη βεβαιότητα αιτιώδη σχέση, οι ειδικοί υπογραμμίζουν τη μεθοδολογική της αυστηρότητα. Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη πολλούς αστάθμητους παράγοντες, όπως η ηλικία, το βάρος, το κάπνισμα και η σωματική άσκηση, καθιστώντας τα σήματα κινδύνου πολύ ισχυρά για να αγνοηθούν. Η ανάγκη για περαιτέρω έρευνα είναι πλέον επιτακτική, καθώς η υγεία εκατομμυρίων καταναλωτών βρίσκεται καθημερινά στο στόχαστρο.
