Οι κρίσεις πανικού δεν γεννιούνται μόνο στο μυαλό. Εδράζονται στο σώμα, στους παλμούς που επιταχύνονται, στην ανάσα που λιγοστεύει, στη ζάλη και στον ιδρώτα που εμφανίζονται ξαφνικά και ερμηνεύονται ως απειλή. Μια νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η ελεγχόμενη, έντονη σωματική άσκηση μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να συμφιλιωθούν με αυτά ακριβώς τα σωματικά σήματα και, σταδιακά, να τα φοβούνται λιγότερο.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σύντομα διαστήματα δυναμικής άσκησης, ενταγμένα σε ένα σαφές και ασφαλές πλαίσιο, μπορούν να μειώσουν τα συμπτώματα του πανικού πιο αποτελεσματικά από τεχνικές χαλάρωσης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν παροδικό, αλλά διατηρήθηκε για μήνες μετά το τέλος της παρέμβασης.
Μαθαίνοντας να αντέχουμε τις σωματικές αισθήσεις
Στη θεραπεία της κρίσης πανικού, βασική προσέγγιση αποτελεί η σταδιακή έκθεση στις ίδιες τις αισθήσεις που τρομάζουν τον άνθρωπο. Ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστούν οι ταχυκαρδίες ή η δύσπνοια, αλλά να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι επικίνδυνες και δεν προαναγγέλλουν κάποιο μοιραίο γεγονός.
Όταν το άτομο αναγνωρίσει ότι αυτό που βιώνει είναι μια παροδική σωματική αντίδραση και όχι πραγματικός κίνδυνος, η ένταση του πανικού μειώνεται πιο γρήγορα. Η άσκηση φαίνεται να προσφέρει ακριβώς αυτό: ένα φυσικό, προβλέψιμο πλαίσιο στο οποίο το σώμα «μαθαίνει» ότι οι έντονες αισθήσεις δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από φόβο.
Γιατί η άσκηση λειτουργεί διαφορετικά
Σε αντίθεση με τεχνητές ασκήσεις που αναπαράγουν δυσάρεστα συμπτώματα σε κλινικό περιβάλλον, η σωματική άσκηση συνδέει τις ίδιες αισθήσεις με δράση, έλεγχο και ενδυνάμωση. Το σώμα κουράζεται επειδή κινείται, όχι επειδή «κάτι πάει στραβά».
Αυτή η σύνδεση αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται τα συμπτώματα. Οι συμμετέχοντες στη μελέτη ανέχθηκαν ευκολότερα τις αντιδράσεις του σώματός τους, παρέμειναν πιο συνεπείς στη διαδικασία και εμφάνισαν καλύτερα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα
Η μελέτη περιελάμβανε ενήλικες με διαταραχή πανικού που δεν λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή και δεν είχαν συστηματική σχέση με την άσκηση. Για δώδεκα εβδομάδες, οι συμμετέχοντες ακολούθησαν είτε ένα πρόγραμμα ήπιας χαλάρωσης είτε ένα δομημένο πρόγραμμα σύντομης αλλά έντονης σωματικής δραστηριότητας.
Οι συνεδρίες είχαν σαφή ρυθμό, ξεκινούσαν με προθέρμανση και περιλάμβαναν μικρά διαστήματα αυξημένης έντασης, τα οποία αυξάνονταν προοδευτικά. Δεν υπήρχε λεκτική ψυχοθεραπευτική καθοδήγηση. Η θεραπευτική επίδραση προέκυπτε κυρίως από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία των σωματικών αισθήσεων μέσα σε ένα ασφαλές και ελεγχόμενο περιβάλλον.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, παρότι και οι δύο ομάδες βελτιώθηκαν, όσοι συμμετείχαν στο πρόγραμμα άσκησης εμφάνισαν λιγότερες κρίσεις πανικού, χαμηλότερα επίπεδα άγχους και καλύτερη ψυχική διάθεση ακόμη και μήνες αργότερα.
Τι σημαίνει αυτό για όσους βιώνουν κρίσεις πανικού
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η άσκηση μπορεί να αποτελέσει ένα προσιτό και λειτουργικό εργαλείο στη διαχείριση του πανικού, όταν εφαρμόζεται σωστά. Το σημαντικό στοιχείο δεν είναι η ένταση αυτή καθαυτή, αλλά η αίσθηση ασφάλειας και προβλεψιμότητας μέσα στην οποία πραγματοποιείται.
Όταν οι ίδιες σωματικές αντιδράσεις εμφανίζονται σε ένα ελεγχόμενο πλαίσιο, ο εγκέφαλος τις επεξεργάζεται διαφορετικά από ό,τι σε μια απρόβλεπτη κρίση. Αυτό φαίνεται να μειώνει τον φόβο που τις συνοδεύει.
Η σημασία της καθοδήγησης
Παρότι η σωματική δραστηριότητα προσφέρει πολλαπλά οφέλη για την ψυχική υγεία, η απότομη και ανεξέλεγκτη ένταξή της μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα για ορισμένους ανθρώπους με κρίσεις πανικού. Η συνεργασία με ειδικό ψυχικής υγείας βοηθά το άτομο να αποκτήσει εργαλεία αυτορρύθμισης και να επαναπλαισιώσει τις σωματικές αντιδράσεις τη στιγμή που εμφανίζονται.
Όταν η άσκηση ενσωματώνεται σταδιακά και με επαγγελματική καθοδήγηση, μπορεί να μετατραπεί από πηγή φόβου σε μέσο ενδυνάμωσης. Δεν αντικαθιστά απαραίτητα άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις, αλλά μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, ανοίγοντας τον δρόμο σε μια πιο βιωματική και προσβάσιμη αντιμετώπιση του πανικού.
