Μια καθοριστική στιγμή για την επιστήμη της μακροζωίας καταγράφεται στα χρονικά της ιατρικής, καθώς για πρώτη φορά χορηγήθηκε σε ανθρώπινο οργανισμό μια ενέσιμη θεραπεία που υπόσχεται να αναστρέψει τη διαδικασία της γήρανσης. Η κλινική δοκιμή προσφέρει στους ερευνητές την πρώτη πραγματική ευκαιρία να αποδείξουν ότι ο επιγενετικός επαναπρογραμματισμός —μια τεχνική που εκπαιδεύει τα γερασμένα κύτταρα να συμπεριφέρονται ξανά ως νεαρά— μπορεί να βελτιώσει την υγεία και να καταπολεμήσει τις φθορές του χρόνου σε πραγματικές συνθήκες.
Η αμερικανική εταιρεία βιοτεχνολογίας Life Biosciences, με έδρα τη Βοστώνη, ανακοίνωσε ότι ο πρώτος ασθενής έλαβε τη δόση της κυτταρικής αναζωογόνησης. Μέχρι σήμερα, οι έρευνες γύρω από αυτή την ανατρεπτική ιδέα περιορίζονταν αποκλειστικά σε ποντίκια και πιθήκους, προσελκύοντας ωστόσο το έντονο ενδιαφέρον και τεράστια κεφάλαια από κορυφαίους επιχειρηματίες της τεχνολογίας και φαρμακευτικούς κολοσσούς. Εάν η δοκιμή στεφθεί με επιτυχία, θα ανοίξει ο δρόμος για μια νέα εποχή θεραπειών που θα στοχεύουν στην ανανέωση των κυττάρων σε ολόκληρο το σώμα.
Στόχος η αποκατάσταση της όρασης και των κυττάρων του οπτικού νεύρου
Σε αυτή την πρώτη φάση, η έγχυση του πειραματικού σκευάσματος πραγματοποιήθηκε στον έναν οφθαλμό ενός ανθρώπου που πάσχει από γλαύκωμα. Η μελέτη, η οποία έλαβε την επίσημη έγκριση της αμερικανικής Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων, θα διαρκέσει έναν χρόνο και θα περιλαμβάνει συνολικά περίπου 18 ενήλικες εθελοντές. Οι γιατροί και οι επιστήμονες θα παρακολουθούν στενά τους ασθενείς για τους επόμενους μήνες, προκειμένου να αξιολογήσουν τόσο την αποτελεσματικότητα της μεθόδου όσο και την ασφάλειά της, ελέγχοντας για τυχόν παρενέργειες.
Το φάρμακο στοχεύει ασθενείς που υποφέρουν από γλαύκωμα και ισχαιμική οπτική νευροπάθεια, δύο σοβαρές παθήσεις που προκαλούν ανεπανόρθωτες βλάβες σε ζωτικής σημασίας κύτταρα του οπτικού νεύρου, το οποίο μεταφέρει τις οπτικές πληροφορίες από το μάτι στον εγκέφαλο. Το σκεύασμα έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αναζωογονεί αυτά τα κύτταρα, επιτρέποντάς τους να λειτουργήσουν ξανά κανονικά και να αποκαταστήσουν τη χαμένη όραση, κάτι που έχει ήδη επιτευχθεί με επιτυχία σε δοκιμές που έγιναν σε πρωτεύοντα θηλαστικά.
Τι είναι ο κυτταρικός επαναπρογραμματισμός
Η θεωρία του κυτταρικού επαναπρογραμματισμού αποτελεί μία από τις πιο γοητευτικές υποσχέσεις στον τομέα της γεροντολογίας εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες. Το θεμέλιο μπήκε το 2007, όταν ο επιστήμονας και χειρουργός Σίνια Γιαμανάκα κατάφερε να επαναπρογραμματίσει ενήλικα ανθρώπινα κύτταρα, μια ανακάλυψη που του χάρισε αργότερα το βραβείο Νόμπελ. Οι λεγόμενοι «Παράγοντες Γιαμανάκα» είναι τέσσερις συγκεκριμένες πρωτεΐνες που μπορούν να επαναφέρουν τα παλιά κύτταρα σε μια κατάσταση που μοιάζει με τη γέννησή τους.
Η σύγχρονη επιστήμη της μακροζωίας προσπαθεί να ξεκλειδώσει τρόπους μερικού επαναπρογραμματισμού. Ο στόχος δεν είναι η πλήρης μετατροπή των κυττάρων σε αρχέγονα βλαστικά κύτταρα, αλλά η ανανέωσή τους ώστε να γίνουν πιο ανθεκτικά, διατηρώντας παράλληλα την ταυτότητα και τον εξειδικευμένο ρόλο τους στο σώμα. Πέρα από τα μάτια, οι ερευνητές εστιάζουν στα κύτταρα του ήπατος και των μυών, επιδιώκοντας να βελτιώσουν τη δύναμη και τη ζωτικότητα του ανθρώπου καθώς μεγαλώνει.
Οι υψηλοί κίνδυνοι, η ασφάλεια και το μέλλον των συστημικών θεραπειών
Παρά τον τεράστιο ενθουσιασμό, οι κίνδυνοι που συνοδεύουν αυτή την τεχνολογία παραμένουν εξαιρετικά υψηλοί. Η μεγαλύτερη ανησυχία της επιστημονικής κοινότητας αφορά την εμφάνιση καρκίνου, καθώς ορισμένοι από τους παράγοντες που ανακάλυψε ο Γιαμανάκα σχετίζονται με την ανεξέλεγκτη κυτταρική διαίρεση, και κατά τη διάρκεια δοκιμών σε πειραματόζωα είχαν αναπτυχθεί όγκοι. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, οι ερευνητές της συγκεκριμένης δοκιμής αφαίρεσαν τον πιο επικίνδυνο παράγοντα και δημιούργησαν έναν μηχανισμό ελέγχου. Η θεραπεία ενεργοποιείται μέσω ενός καθημερινού σκευάσματος-χάπι κοινού αντιβιοτικού, πράγμα που σημαίνει ότι αν προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα ασφάλειας, η διακοπή του χαπιού σταματά αμέσως και τη διαδικασία επαναπρογραμματισμού.
Η επιλογή να είναι στο μάτι η πρώτη δοκιμή θεωρείται ιδανική, καθώς πρόκειται για ένα απομονωμένο και προστατευμένο σημείο του σώματος, γεγονός που μειώνει τις πιθανότητες γενικευμένων παρενεργειών. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή και ότι ένα εγκεκριμένο φάρμακο ευρείας κυκλοφορίας απέχει τουλάχιστον μια δεκαετία. Ωστόσο, η επιτυχής έναρξη των δοκιμών σε ανθρώπους αποδεικνύει ότι η επιστήμη ξεπερνά το στάδιο των απλών συμπληρωμάτων διατροφής, στοχεύοντας πλέον στην ρίζα της βιολογικής γήρανσης με σκοπό την ολική παράταση της υγιούς ζωής.
