Ιστορία
Η γλυκοπατάτα (ipomoea batatas) δεν είναι πατάτα. Ανήκει στην οικογένεια των περικοκλάδων και συγγενεύει περισσότερο με το λουλούδι που σκαρφαλώνει σε φράχτες παρά με την κοινή πατάτα (solanum tuberosum). Η σύγχυση στο όνομα είναι ιστορικό ατύχημα: όταν οι Ευρωπαίοι συνάντησαν το φυτό στον Νέο Κόσμο, το βάφτισαν με ό,τι τους θύμιζε κάτι ήδη γνωστό. Έτσι γεννήθηκε ένα γευστικό ψευδώνυμο που άντεξε αιώνες.
Η καταγωγή της βρίσκεται στην κεντρική και νότια Αμερική, με αρχαιολογικά ευρήματα να δείχνουν καλλιέργεια πριν από τουλάχιστον 5.000 χρόνια. Οι προκολομβιανοί πολιτισμοί τη θεωρούσαν βασικό τρόφιμο, ανθεκτικό, εύκολο στην αποθήκευση και ενεργειακά αξιόπιστο. Από εκεί ταξίδεψε απίστευτα γρήγορα: Πολυνήσιοι ναυτικοί την είχαν ήδη μεταφέρει στα νησιά του Ειρηνικού πριν καν εμφανιστούν οι Ευρωπαίοι εξερευνητές και αργότερα, μέσω των ισπανικών και πορτογαλικών εμπορικών δρόμων, έφτασε στην Αφρική, την Ασία και τελικά στην Ευρώπη.
Διατροφική αξία
Η γλυκοπατάτα είναι πλούσια σε σύνθετους υδατάνθρακες, κάτι που σημαίνει ενέργεια που απελευθερώνεται σταδιακά και όχι εκρηκτικά. Περιέχει σημαντικές ποσότητες φυτικών ινών που βοηθούν τη λειτουργία του εντέρου και τον κορεσμό. Οι πορτοκαλί ποικιλίες είναι φορτωμένες με β-καροτένιο, πρόδρομο της βιταμίνης Α, απαραίτητης για την όραση, το ανοσοποιητικό και το δέρμα. Οι μωβ γλυκοπατάτες ξεχωρίζουν για τις ανθοκυανίνες τους, ισχυρά αντιοξειδωτικά με ενδιαφέρον για την καρδιαγγειακή υγεία και τη φλεγμονή. Σε επίπεδο μικροθρεπτικών συστατικών, προσφέρει κάλιο (φίλος της αρτηριακής πίεσης), βιταμίνη C, βιταμίνες του συμπλέγματος Β και μαγνήσιο. Και όλα αυτά με χαμηλά λιπαρά και χωρίς γλουτένη, κάτι που την καθιστά ευέλικτη σε πολλά διατροφικά σχήματα, ενώ έχει χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη σε σχέση με την κοινή πατάτα. Δεν είναι «υπερτροφή» με μαγικό ραβδί, αλλά είναι ένα σοβαρά καλοσχεδιασμένο πακέτο ενέργειας από τη φύση.
Συμβουλή: Για να απορροφηθεί καλύτερα η βήτα-καροτίνη από τον οργανισμό, καταναλώστε τη γλυκοπατάτα μαζί με μια πηγή καλού λίπους, όπως ελαιόλαδο ή αβοκάντο.
Μαγείρεμα
Στο μαγείρεμα η γλυκοπατάτα δείχνει τον χαρακτήρα της: γλυκιά αλλά όχι επιδόρπιο, γήινη αλλά όχι βαριά. Το ψήσιμο στον φούρνο αναδεικνύει τα φυσικά της σάκχαρα μέσω καραμελοποίησης. Το εσωτερικό γίνεται κρεμώδες, σχεδόν βουτυράτο χωρίς βούτυρο. Το βράσιμο τη μαλακώνει πιο ουδέτερα, χρήσιμο για πουρέδες ή σούπες. Στον ατμό κρατά καλύτερα τα θρεπτικά της στοιχεία, αν και χάνει λίγο από το βάθος της.
Στο τηγάνι αντέχει καλά, ειδικά αν κοπεί σε κύβους και σοταριστεί με μπαχαρικά: κύμινο, καπνιστή πάπρικα, κόλιανδρο. Δεν είναι τυχαίο ότι εμφανίζεται συχνά σε κουζίνες της Αφρικής και της Καραϊβικής, όπου παντρεύεται με καυτερά και αρωματικά στοιχεία. Σε πιο σύγχρονες εκδοχές, γίνεται βάση για σαλάτες με όσπρια, ψήνεται ολόκληρη και γεμίζεται ή μεταμορφώνεται σε «τηγανιτές πατάτες» φούρνου με εντυπωσιακή υφή.
Υπάρχει και η γλυκιά της πλευρά. Σε πολλές κουλτούρες μπαίνει σε πίτες, κέικ και επιδόρπια, αντικαθιστώντας μέρος της ζάχαρης ή του βουτύρου. Ο πουρές γλυκοπατάτας δίνει υγρασία και βάθος σε ζύμες, ενώ συνδυάζεται απρόσμενα καλά με μπαχαρικά όπως η κανέλα, το γαρίφαλο και το μοσχοκάρυδο.
Βασικοί τρόποι μαγειρέματος:
- Ψητή στο φούρνο: Ολόκληρη με τη φλούδα (αφού την τρυπήσετε με πιρούνι) για περίπου 45-60 λεπτά στους 200°C
- Σε στικς (τύπου τηγανητές): Κόψτε σε μπαστουνάκια, προσθέστε ελαιόλαδο, πάπρικα και αλάτι και ψήστε στους 200°C για 25-30 λεπτά μέχρι να γίνουν τραγανές
- Πουρές: Βράστε την καθαρισμένη σε κομμάτια και λιώστε την με λίγο βούτυρο ή γάλα καρύδας για μια πιο γλυκιά γεύση
- Σούπα: Συνδυάζεται ιδανικά με καρότο, τζίντζερ και κόκκινη φακή.
Τελικά η γλυκοπατάτα είναι ένα τρόφιμο με σπάνια ισορροπία: αρχαίο αλλά σύγχρονο, απλό αλλά επιστημονικά ενδιαφέρον, ταπεινό αλλά θρεπτικά πλούσιο. Δεν υπόσχεται θαύματα ούτε χρειάζεται να φωνάξει για την αξία της. Απλώς κάθεται ήσυχα στο πιάτο και κάνει τη δουλειά της κι αυτό σε έναν κόσμο υπερβολής, είναι σχεδόν επαναστατικό.
