Ο σεξισμός δεν εκδηλώνεται μόνο μέσα από ακραίες μορφές βίας ή ανοιχτές διακρίσεις. Συχνά είναι πιο ύπουλος, ενσωματωμένος στην καθημερινότητα, μέσα από σχόλια, συμπεριφορές και στερεότυπα που «κανονικοποιούνται». Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι ακόμη και αυτές οι φαινομενικά ήπιες μορφές σεξισμού μπορούν να αφήσουν βαθιά και μακροχρόνια αποτυπώματα στην ψυχική και σωματική υγεία των γυναικών.
Ανεπιθύμητα σχόλια, πατροναριστική συμπεριφορά, αίσθημα ανασφάλειας στον δημόσιο χώρο ή υποτίμηση στην εργασία, αποτελούν εμπειρίες που πολλές γυναίκες αντιμετωπίζουν σε τακτική βάση. Αν και συχνά αγνοούνται ή υποβαθμίζονται, αυτές οι καταστάσεις ενεργοποιούν μηχανισμούς στρες που όταν επαναλαμβάνονται, μετατρέπονται σε χρόνιο ψυχολογικό βάρος. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το συνεχές αίσθημα επιφυλακής και ανισότητας φθείρει σταδιακά την ψυχική ανθεκτικότητα, επηρεάζοντας τη συναισθηματική ισορροπία και τη συνολική ευεξία.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα ευρήματα μεγάλης διεθνούς μελέτης που ανέλυσε περισσότερες από 7.800 απεικονίσεις εγκεφάλου σε 29 χώρες. Η έρευνα έδειξε ότι οι γυναίκες που ζουν σε κοινωνίες με υψηλά επίπεδα έμφυλης ανισότητας, εμφανίζουν λέπτυνση περιοχών του εγκεφαλικού φλοιού που σχετίζονται με τον έλεγχο των συναισθημάτων, την ανθεκτικότητα και την αντιμετώπιση του στρες. Επιστήμονες περιγράφουν αυτό το φαινόμενο ως μια «ουλή» στον εγκέφαλο, αποτέλεσμα της χρόνιας έκθεσης σε κοινωνική υποτίμηση και ανισορροπία εξουσίας. Οι διαφορές αυτές ήταν σαφώς μικρότερες σε χώρες με μεγαλύτερη ισότητα των φύλων, γεγονός που ενισχύει τον ρόλο του κοινωνικού περιβάλλοντος στην υγεία.
Η σύνδεση μεταξύ σεξισμού και ψυχικής υγείας έχει επιβεβαιωθεί και από άλλες μελέτες. Έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε ότι γυναίκες που είχαν βιώσει διακρίσεις λόγω φύλου, παρουσίασαν χειρότερη ψυχική υγεία τέσσερα χρόνια αργότερα. Συγκεκριμένα, ήταν σημαντικά πιο πιθανό να αναφέρουν άγχος, κατάθλιψη και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή. Αντίστοιχα ευρήματα καταγράφηκαν και σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, όπου η εμπειρία έμφυλης διάκρισης συνδέθηκε με αυξημένη μοναξιά και μείωση της ποιότητας ζωής.
Ο δομικός σεξισμός δεν περιορίζεται στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι οι γυναίκες αντιμετωπίζονται συχνά άνισα και στο σύστημα υγείας. Μελέτες έχουν καταγράψει ότι είναι λιγότερο πιθανό να λάβουν ισχυρά παυσίπονα ή κατάλληλη αναλγησία σε επείγοντα περιστατικά, ακόμη και όταν παρουσιάζουν τα ίδια συμπτώματα με άνδρες ασθενείς. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η υποτίμηση του γυναικείου πόνου αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα, με σοβαρές συνέπειες για τη σωματική και ψυχική υγεία.
Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η αντιμετώπιση της έμφυλης ανισότητας δεν αφορά μόνο στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και στη δημόσια υγεία. Κοινωνίες με υψηλότερα επίπεδα ισότητας καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά κατάθλιψης στις γυναίκες και καλύτερους δείκτες ευημερίας συνολικά. Παράλληλα, η ενίσχυση πολιτικών που προωθούν την ισότητα –όπως η στήριξη της οικογένειας, η ίση πρόσβαση στην εργασία και η καταπολέμηση των στερεοτύπων– έχει θετικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την κοινωνία. Όπως τονίζουν οι ειδικοί, η μείωση του δομικού σεξισμού δεν ωφελεί μόνο τις γυναίκες, αλλά συμβάλλει στη βελτίωση της ψυχικής και σωματικής υγείας όλων.
πηγή: BBC
