Η ταχεία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) παγκοσμίως έχει δημιουργήσει ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού, στο οποίο η Ελλάδα φαίνεται να συμμετέχει με έναν ιδιαίτερα αντιφατικό τρόπο. Ενώ η χώρα μας αναδεικνύεται σε «πρωταθλήτρια» στην καθημερινή, ιδιωτική χρήση εργαλείων AI από τους πολίτες, την ίδια στιγμή καταγράφεται μια ανησυχητική υστέρηση στον παραγωγικό ιστό. Η απόσταση που χωρίζει την οικιακή ψυχαγωγία από τον επαγγελματικό εκσυγχρονισμό αναδεικνύει δομικές αδυναμίες στον ψηφιακό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, δημιουργώντας ένα χάσμα που απειλεί τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Η κυριαρχία της AI στην ιδιωτική σφαίρα
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι Έλληνες ιδιώτες βρίσκονται στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την εξοικείωση με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην καθημερινότητά τους. Με ένα ποσοστό που αγγίζει το 49,5%, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου που περιορίζεται στο 34,8%, οι πολίτες χρησιμοποιούν την AI κυρίως για τη δημιουργία περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την επεξεργασία εικόνας και βίντεο ή την προσωπική τους περιήγηση. Ωστόσο, η εν λόγω «ψηφιακή δεξιοτεχνία» φαίνεται να εξαντλείται στα όρια της αναψυχής. Μόλις το 18% των χρηστών αξιοποιεί αυτά τα εργαλεία για επαγγελματικούς σκοπούς, ενώ το ποσοστό για την επίσημη εκπαίδευση διολισθαίνει στο 12%, γεγονός που μαρτυρά ότι η τεχνολογία αντιμετωπίζεται περισσότερο ως παιχνίδι παρά ως μοχλός εξέλιξης.
Το ψηφιακό τέλμα των επιχειρήσεων
Στον αντίποδα της ιδιωτικής ευμάρειας, ο επιχειρηματικός κόσμος στην Ελλάδα παρουσιάζει μια εικόνα έντονης υστέρησης. Μόλις το 8,93% των ελληνικών επιχειρήσεων έχει εντάξει την Τεχνητή Νοημοσύνη στις λειτουργίες του, την ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο, προσεγγίζοντας το 20%. Η αιτία αυτής της αδράνειας εντοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δομή της ελληνικής αγοράς, η οποία κυριαρχείται από πολύ μικρές επιχειρήσεις που στερούνται πόρων και τεχνογνωσίας. Περισσότερες από τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις στη χώρα χαρακτηρίζονται από «πολύ χαμηλή ψηφιακή ένταση», παραμένοντας εγκλωβισμένες σε παραδοσιακά μοντέλα λειτουργίας που καθιστούν τη μετάβαση στη νέα εποχή μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση.
Το χάσμα μεταξύ μικρών και μεγάλων μονάδων
Η ψηφιακή ανισότητα δεν περιορίζεται μόνο στη σύγκριση με το εξωτερικό, αλλά είναι ορατή και στο εσωτερικό της χώρας, με τις διαφορές μεταξύ μικρομεσαίων (ΜμΕ) και μεγάλων επιχειρήσεων να λαμβάνουν χαοτικές διαστάσεις. Ενώ οι μεγάλες εταιρείες στην Ελλάδα καταφέρνουν σε ικανοποιητικό βαθμό να ακολουθούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα ψηφιακής έντασης, οι ΜμΕ παραμένουν οι «ουραγοί» της προσπάθειας. Μόλις το 5,9% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων διαθέτει υψηλή ψηφιακή ένταση, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό των μεγάλων επιχειρήσεων που πρωτοπορούν ψηφιακά ξεπερνά το 82%. Αυτή η απόκλιση δημιουργεί μια οικονομία δύο ταχυτήτων, όπου η πλειονότητα των παραγωγικών μονάδων αδυνατεί να παρακολουθήσει τις διεθνείς εξελίξεις.
Κυβερνοασφάλεια και ηλεκτρονικό εμπόριο
Η απροθυμία ή η αδυναμία ψηφιοποίησης αντανακλάται και στον κρίσιμο τομέα της κυβερνοασφάλειας. Η Ελλάδα καταγράφει τη χαμηλότερη επίδοση στην Ε.Ε. όσον αφορά τη λήψη μέτρων προστασίας από ψηφιακές επιθέσεις, με το 72% των επιχειρήσεων να δηλώνει ότι χρησιμοποιεί κάποιο μέτρο ασφαλείας, έναντι του 93% στην Ευρώπη. Μοναδική φωτεινή εξαίρεση αποτελεί το ηλεκτρονικό εμπόριο, όπου οι ελληνικές επιχειρήσεις δείχνουν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα, ξεπερνώντας οριακά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρόλα αυτά, οι καταναλωτικές συνήθειες παραμένουν εστιασμένες σε υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η παραγγελία έτοιμου φαγητού, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά ότι η τεχνολογία στην Ελλάδα υπηρετεί πρωτίστως την κατανάλωση και λιγότερο την παραγωγή και την καινοτομία.
