Το σχέδιο ήταν φιλόδοξο και υποσχόταν μια μικρή ενεργειακή επανάσταση σε κάθε γειτονιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2019, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έθεσαν έναν ξεκάθαρο στόχο: μέχρι το 2025, κάθε δήμος με πληθυσμό άνω των δέκα χιλιάδων κατοίκων όφειλε να διαθέτει τουλάχιστον μία «ενεργειακή κοινότητα». Με τον όρο αυτό περιγράφονται ομάδες απλών πολιτών που ενώνονται, τοποθετούν για παράδειγμα φωτοβολταϊκά στις στέγες τους και μοιράζονται το ρεύμα που παράγουν. Στόχος τους δεν είναι το μεγάλο εταιρικό κέρδος, αλλά η μείωση των λογαριασμών, η προστασία του περιβάλλοντος και η αλληβοήθεια σε τοπικό επίπεδο.
Σήμερα, οι επίσημες καταγραφές δείχνουν ότι η Ευρώπη έχασε αυτό το στοίχημα. Αν και σε ολόκληρη την ήπειρο λειτουργούν πλέον χιλιάδες τέτοιες κοινότητες, η μαζική εξάπλωσή τους απέτυχε. Η ιδέα του να παράγουμε μόνοι μας την ενέργεια που καταναλώνουμε αποδείχθηκε στην πράξη μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, καθώς βρήκε απέναντί της βαθιά ριζωμένα οικονομικά συμφέροντα και ένα γερασμένο γραφειοκρατικό σύστημα που αρνείται να αλλάξει.
Τα μεγάλα εμπόδια και ο πόλεμος των παραδοσιακών κολοσσών
Η πρώτη και βασικότερη αιτία της αποτυχίας κρύβεται στην αντίσταση του ίδιου του κατεστημένου. Για δεκαετίες, το παγκόσμιο μοντέλο βασιζόταν σε τεράστιες, κεντρικές εταιρείες που παρήγαγαν ρεύμα και το πουλούσαν στους καταναλωτές. Οι μεγάλοι ενεργειακοί κολοσσοί δεν βλέπουν με καλό μάτι την ανεξαρτητοποίηση των πολιτών και ασκούν ισχυρές πιέσεις για να διατηρήσουν τα μονοπώλιά τους. Έτσι, πολλές προσπάθειες πολιτών να δημιουργήσουν μια τοπική κοινότητα απορρίπτονται με την επίσημη δικαιολογία ότι «δεν υπάρχει χώρος» για να συνδεθούν στο εθνικό ηλεκτρικό δίκτυο.
Επιπλέον, τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη απέτυχαν να δημιουργήσουν ένα απλό και ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο. Οι ενδιαφερόμενοι συχνά ξοδεύουν μήνες σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, για να δουν τελικά τις αιτήσεις τους να απορρίπτονται. Το πρόβλημα εμφανίζεται ακόμη πιο έντονο στον ευρωπαϊκό Βορρά. Για παράδειγμα, στη Σουηδία δεν υπάρχει καν ειδική νομική μορφή για αυτές τις ομάδες, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να λειτουργούν απλώς ως ενώσεις ιδιοκτητών πολυκατοικιών. Αντίθετα, ο ευρωπαϊκός Νότος, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, τα πηγαίνει καλύτερα, καθώς η ηλιοφάνεια είναι άφθονη όλο τον χρόνο και οι ακριβοί λογαριασμοί αποτελούν ισχυρότερο κίνητρο για τους πολίτες.
Από τον φόβο των λογαριασμών στην ανάγκη για ανεξαρτησία
Το ενδιαφέρον των πολιτών για την αυτοπαραγωγή ρεύματος δεν έμεινε σταθερό, αλλά άλλαζε ανάλογα με τις κρίσεις που συγκλόνησαν την ανθρωπότητα τα τελευταία χρόνια. Το 2019, η κύρια κινητήριος δύναμη ήταν η οικολογική συνείδηση και η επιθυμία για μείωση των ρύπων. Τα πάντα άλλαξαν όμως με την ενεργειακή κρίση που πυροδότησε η εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Τότε, η ανάγκη των νοικοκυριών να προστατευτούν από τις εξωφρενικές τιμές του ρεύματος οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης για εναλλακτικές λύσεις.
Πιο πρόσφατα, οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή στρέφουν το ενδιαφέρον των καταναλωτών στην ανάγκη για πλήρη ενεργειακή αυτονομία. Οι πολίτες δεν θέλουν πλέον να εξαρτώνται από τις διεθνείς συρράξεις και τις ξαφνικές διακυμάνσεις των καυσίμων. Θέλουν να γνωρίζουν ότι το ρεύμα του σπιτιού τους παράγεται τοπικά και ελέγχεται από τους ίδιους, εξασφαλίζοντας σταθερότητα για τις οικογένειές τους.
Το οικονομικό αδιέξοδο και το μέλλον που δεν μπορεί να περιμένει
Παρά τη δεδομένη επιθυμία του κόσμου, το μέλλον αυτών των προσπαθειών φαντάζει αβέβαιο λόγω των νέων οικονομικών σχεδιασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι σήμερα, η δημιουργία αυτών των κοινοτήτων βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε ευρωπαϊκά κονδύλια για το κλίμα και το περιβάλλον. Ωστόσο, οι πρόσφατες αποφάσεις για τον επόμενο εξαετή προϋπολογισμό δείχνουν ότι αυτά τα εξειδικευμένα προγράμματα χρηματοδότησης πρόκειται να καταργηθούν και να συγχωνευτούν σε ένα γενικότερο ταμείο για την ανταγωνιστικότητα, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά στις ενεργειακές κοινότητες. Χωρίς οικονομική στήριξη, δεκάδες εξαιρετικές πρωτοβουλίες κινδυνεύουν να μείνουν στα χαρτιά. Παρά τις δυσκολίες, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η στροφή στις τοπικές κοινότητες ενέργειας δεν είναι μια απλή επιλογή, αλλά ένας μονόδρομος για το μέλλον.
