Σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές ενέργειας επιδέξια μετακυλίουν το ασταθές γεωπολιτικό ρίσκο στις πλάτες των καταναλωτών, η ανθεκτικότητα των εθνικών υποδομών παύει να αποτελεί θεωρητική άσκηση επί χάρτου. Η θωράκιση των δικτύων μεταφοράς, η αποθήκευση ενέργειας και η ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος συνιστούν τη μοναδική δομική ασπίδα απέναντι στις εισαγόμενες κρίσεις. Χωρίς ισχυρές και εκσυγχρονισμένες υποδομές, κάθε κρατική παρέμβαση παραμένει ένας παρωδικός ελιγμός που απλώς μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον, αφήνοντας την οικονομία εκτεθειμένη στους κραδασμούς της διεθνούς κερδοσκοπίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το αίτημα του ελληνικού οικονομικού επιτελείου για την επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής. Η εξέλιξη αυτή ξεκλειδώνει ένα πρόγραμμα στοχευμένων επενδύσεων που αγγίζει το ένα δισεκατομμύριο ευρώ έως το 2028, επιτρέποντας την εξαίρεση των σχετικών δαπανών από τους αυστηρούς ευρωπαϊκούς περιορισμούς αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Πρόκειται για μια σημαντική τεχνική ευελιξία στο πεδίο της δημοσιονομικής διακυβέρνησης, η οποία εστιάζει αποκλειστικά στον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό του ενεργειακού χάρτη της χώρας.
Η διάκριση μεταξύ επενδυτικών υποδομών και άμεσων ενισχύσεων
Απαιτείται, ωστόσο, μια σαφής και αυστηρή δημοσιογραφική διευκρίνιση προς αποφυγή εσφαλμένων εντυπώσεων: η συγκεκριμένη έγκριση από τις Βρυξέλλες δεν αφορά σε καμία περίπτωση την παροχή άμεσων οικονομικών ενισχύσεων ή επιδοτήσεων προς τα νοικοκυριά. Το πράσινο φως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιορίζεται αυστηρά στις αναπτυξιακές δαπάνες και στα έργα υποδομής, αφήνοντας τελείως εκτός το αίτημα για την αξιοποίηση του υπερβάλλοντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας προς όφελος των καταναλωτών.
Η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για τη διοχέτευση των αυξημένων εσόδων από τον έμμεσο φόρο σε μέτρα άμεσης ανακούφισης των προϋπολογισμών των νοικοκυριών παραμένει υπό διαπραγμάτευση. Το ζήτημα αυτό παραπέμπεται στις επικείμενες συζητήσεις της Συνόδου Κορυφής, όπου το αίτημα της Αθήνας—το οποίο συντονίζεται με αντίστοιχες διεκδικήσεις της Ρώμης—θα τεθεί εκ νέου στο τραπέζι των ευρωπαϊκών οργάνων. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης, καθώς οι πολίτες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν το αυξημένο κόστος διαβίωσης χωρίς τη συνδρομή της συγκεκριμένης ρήτρας.
Το επενδυτικό πακέτο και οι τομείς παρέμβασης
Το εγκεκριμένο πλαίσιο δαπανών των 952 εκατομμυρίων ευρώ κατανέμεται σε μια σειρά από εξειδικευμένα προγράμματα με ορίζοντα τετραετίας. Κεντρικός πυλώνας του σχεδιασμού είναι η ενίσχυση της αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, με κονδύλια 200 εκατομμυρίων ευρώ να κατευθύνονται σε συστήματα συσσωρευτών. Παράλληλα, ισόποσο κονδύλιο προορίζεται για την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας και ηλιακών συστημάτων σε εκατό χιλιάδες νοικοκυριά, ενώ ειδική μέριμνα 50 εκατομμυρίων ευρώ λαμβάνεται για τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης.
Στον δημόσιο τομέα, προγραμματίζεται η ενεργειακή αναβάθμιση 109 κτιρίων του Δημοσίου και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, καθώς και 246 σχολικών μονάδων, με συνολικούς πόρους που υπερβαίνουν τα 160 εκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος του πακέτου κατευθύνεται στην ενίσχυση των σιδηροδρομικών υποδομών και στην επέκταση των δικτύων φόρτισης, ενώ κονδύλια διατίθενται και για τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα στη βιομηχανία.
Τα δημοσιονομικά περιθώρια και το στοίχημα της υλοποίησης
Από την πλευρά του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπογραμμίζεται ότι η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει την αξιοπιστία της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, παρέχοντας τη δυνατότητα να εκτελεστούν κρίσιμα έργα χωρίς να παραβιάζονται οι δημοσιονομικοί κανόνες. Εντούτοις, οι σχετικές δαπάνες θα προσμετρώνται στο πρωτογενές αποτέλεσμα και στο δημόσιο χρέος, γεγονός που επιβάλλει αυστηρή πειθαρχία στην εκτέλεση του προϋπολογισμού.
Το ουσιαστικό στοίχημα για την οικονομία δεν εξαντλείται στην εξασφάλιση της ευρωπαϊκής ανοχής, αλλά συμπυκνώνεται στην ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της απορρόφησης των πόρων. Όσο οι επενδύσεις αυτές βρίσκονται σε στάδιο σχεδιασμού, η πραγματική οικονομία θα συνεχίσει να πιέζεται από τις διακυμάνσεις των τιμών, καθιστώντας την ταχεία ολοκλήρωση των έργων επιτακτική ανάγκη για τη μελλοντική σταθερότητα της χώρας.
