Τα τελευταία χρόνια το επιχειρηματικό περιβάλλον στις Ηνωμένες Πολιτείες βιώνει μια βαθιά αλλαγή στην αντίληψη και τη διαχείριση των θεμάτων που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα και την εταιρική ευθύνη. Όπως δείχνει πρόσφατη ανάλυση, τα νομικά τμήματα μεγάλων εταιρειών στις ΗΠΑ θεωρούν πλέον την πολιτική πίεση από την κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πιο σημαντικό πρόβλημα από τους ίδιους τους κινδύνους νομικών διαφορών σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη για τη χρονιά του 2026. Αυτή η στροφή αντανακλά όχι τόσο τη μείωση του ενδιαφέροντος για τη βιωσιμότητα, όσο μια αλλαγή στο πώς οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν τους σχετικούς κινδύνους.
Η πίεση που δημιουργείται από πολιτικές αποφάσεις σε ομοσπονδιακό επίπεδο έχει οδηγήσει σε έναν διασπασμένο και όλο και περισσότερο πολιτικοποιημένο ρυθμιστικό χάρτη. Οι εταιρείες βλέπουν τώρα ότι οι αποφάσεις της κυβέρνησης και τα εκτελεστικά διατάγματα μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τα επιχειρησιακά τους σχέδια, ακόμα και περισσότερο από το ενδεχόμενο νομικών διενέξεων που σχετίζονται με περιβαλλοντικά, κοινωνικά ή διακυβερνητικά θέματα — ζητήματα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν από τα πιο πιεστικά για επενδυτές και διοικήσεις.
Αυτή η μετατόπιση αντικατοπτρίζει επίσης ευρύτερα μοτίβα που καταγράφονται σε πρόσφατες μελέτες: πριν από τις πολιτικές αλλαγές, οι εταιρικοί νομικοί θεωρούσαν τις νομικές διαφορές σχετικά με αξιώσεις βιωσιμότητας ως σημαντικό πυλώνα κινδύνου. Ωστόσο, η πολιτική ατζέντα, με ορισμένες ρυθμίσεις να ανατρέπονται ή να επανεξετάζονται, έχει ενισχύσει την εκτίμηση ότι η νομική και πολιτική αστάθεια αποτελεί πιο άμεση απειλή για τις στρατηγικές βιωσιμότητας. Σε προηγούμενες έρευνες, σημαντικό ποσοστό νομικών συμβούλων ανέφερε ότι τέτοιου είδους υποθέσεις αποτελούσαν κορυφαίο ζήτημα, αν και τα ποσοστά αυτά είχαν αρχίσει να μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι εταιρείες ενίσχυαν τις νομικές τους ομάδες για να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις.
Η πολιτικοποίηση αυτού του πεδίου στις ΗΠΑ συνοδεύεται από μια γενικότερη τάση αντιμετώπισης των πρωτοβουλιών βιωσιμότητας ως πολιτικά φορτισμένων ζητημάτων, με ομοσπονδιακές πολιτικές να επηρεάζουν τη ρύθμιση, την επιβολή και την προβολή τέτοιων θεμάτων. Αυτό σημαίνει ότι πολλές εταιρείες αναπροσαρμόζουν τις στρατηγικές τους, ενδυναμώνουν τις νομικές τους ομάδες και επανεξετάζουν τη δημόσια επικοινωνία γύρω από την εταιρική βιωσιμότητα, όχι απλώς για να αντιμετωπίσουν νομικά ρίσκα, αλλά και για να διαχειριστούν πολιτικές και ρυθμιστικές πιέσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Τα παραπάνω δείχνουν ότι η σχέση μεταξύ επιχειρήσεων και ESG — της κατηγορίας που περιλαμβάνει περιβαλλοντικά, κοινωνικά και διακυβερνητικά ζητήματα — δεν είναι πλέον καθαρά τεχνική ή νομική υπόθεση, αλλά καθίσταται ένα ζήτημα με έντονη πολιτική διάσταση, αντανακλώντας τις αντιπαραθέσεις στο σύγχρονο δημόσιο και επιχειρηματικό διάλογο.
