Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που θα φορολογούνται τα κρυπτονομίσματα στην Ελλάδα περιλαμβάνει το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατατέθηκε στη βουλή στις 26 Οκτωβρίου και βρίσκεται στο στάδιο της κοινοβουλευτικής επεξεργασίας.
Μεταξύ άλλων, προβλέπεται αυτοτελής φόρος 10% στην υπεραξία φυσικών προσώπων από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων, με τις βασικές ρυθμίσεις να προορίζονται να εφαρμοστούν από το φορολογικό έτος 2027. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι φορολογικό γεγονός δεν δημιουργείται μόνο όταν κάποιος πουλήσει bitcoins ή άλλα κρυπτονομίσματα και λάβει ευρώ. Με βάση το προτεινόμενο πλαίσιο, μεταβίβαση μπορεί να θεωρείται και η απευθείας χρήση κρυπτονομισμάτων για την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών. Αντίθετα, η απλή κατοχή κρυπτονομισμάτων και η αύξηση της αξίας τους όσο παραμένουν στο πορτοφόλι, δεν δημιουργούν από μόνες τους φόρο.
Η υπεραξία υπολογίζεται κατά κανόνα από τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας κατά τη μεταβίβαση. Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει αγοράσει κρυπτονομίσματα με 5.000 ευρώ και στη συνέχεια τα πουλήσει έναντι 8.000 ευρώ, το κέρδος είναι 3.000 ευρώ. Με συντελεστή 10% και χωρίς να συνυπολογίζονται άλλες συναλλαγές, έξοδα ή ζημιές, ο φόρος αντιστοιχεί σε τριακόσια ευρώ. Το ίδιο φορολογικό αποτέλεσμα προκύπτει είτε τα 8.000 ευρώ παραμείνουν στον τραπεζικό λογαριασμό είτε χρησιμοποιηθούν αμέσως για αγορά. Η αγορά δεν δημιουργεί δεύτερο φόρο υπεραξίας, καθώς το φορολογικό γεγονός έχει ήδη προκύψει από τη ρευστοποίηση των κρυπτονομισμάτων.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις απευθείας πληρωμές με κρυπτονομίσματα. Αν κάποιος χρησιμοποιήσει για την αγορά προϊόντος ή υπηρεσίας κρυπτονομίσματα αξίας οχτακοσίων ευρώ που είχε αρχικά αποκτήσει έναντι διακοσίων ευρώ, θεωρείται ότι έχει πραγματοποιήσει υπεραξία εξακοσίων ευρώ. Με βάση το προτεινόμενο καθεστώς, ο φόρος 10% θα ήταν εξήντα ευρώ, ακόμη κι αν ο κάτοχος δεν μετέτρεψε ποτέ ο ίδιος τα κρυπτονομίσματα σε ευρώ. Ως τιμή μεταβίβασης λαμβάνεται σε τέτοιες περιπτώσεις η αξία των κρυπτοστοιχείων σε ευρώ τη στιγμή που πραγματοποιείται η συναλλαγή.
Διαφορετική είναι η περίπτωση μιας κάρτας κρυπτονομισμάτων όταν τα αυτά έχουν ήδη μετατραπεί σε ευρώ πριν από την αγορά. Εφόσον η μετατροπή έχει γίνει κατά τη φόρτιση της κάρτας, η μετέπειτα πληρωμή του προϊόντος με το υπόλοιπο σε ευρώ δεν συνιστά δεύτερη μεταβίβαση των ίδιων κρυπτονομισμάτων.
Σημαντικά επιμέρους στοιχεία
Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι καθαρή ετήσια υπεραξία ως πεντακόσια ευρώ δεν φορολογείται. Το υπουργείο επιβεβαιώνει ότι το όριο εξετάζεται ανά φορολογικό έτος και αφορά στο συνολικό αποτέλεσμα από τις σχετικές συναλλαγές. Πρόκειται όμως για όριο απαλλαγής και όχι για ένα σταθερό αφορολόγητο ποσό που αφαιρείται σε κάθε περίπτωση από το κέρδος. Έτσι, δεν επιβάλλεται φόρος αν το συνολικό καθαρό κέρδος του έτους είναι πεντακόσια ευρώ. Αν όμως φτάσει τα εξακόσια ευρώ -σύμφωνα με τη διάταξη- η απαλλαγή δεν εφαρμόζεται και ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό ποσό των εξακοσίων ευρώ και όχι μόνο στα εκατό ευρώ που ξεπερνούν το όριο.
Μια σημαντική πρόβλεψη είναι ότι η ανταλλαγή ενός κρυπτοστοιχείου με άλλο κρυπτοστοιχείο δεν δημιουργεί από μόνη της φορολογητέα υπεραξία. Το φορολογικό αποτέλεσμα ενεργοποιείται όταν πραγματοποιείται μεταβίβαση με τρόπο που εμπίπτει στους κανόνες του νέου πλαισίου, όπως πώληση έναντι χρημάτων ή χρήση των κρυπτονομισμάτων για αγορά αγαθών και υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ιστορικό των συναλλαγών. Η τιμή αγοράς και η τιμή μεταβίβασης θα πρέπει να μπορούν να τεκμηριωθούν από στοιχεία ανταλλακτηρίων, παρόχων, άλλων ενδιαμέσων ή δεδομένα του κατανεμημένου καθολικού. Αν δεν μπορεί να αποδειχθεί η τιμή κτήσης, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι αυτή μπορεί να θεωρηθεί μηδενική. Έτσι, στο προηγούμενο παράδειγμα πώλησης έναντι 8.000 ευρώ, αν δεν μπορούσε να αποδειχθεί ότι τα κρυπτονομίσματα είχαν αγοραστεί με 5.000 ευρώ, η υπεραξία θα μπορούσε να υπολογιστεί στα 8.000 ευρώ, οδηγώντας –με τις ίδιες απλουστευμένες παραδοχές– σε φόρο οχτακοσίων ευρώ.
Σε διαδοχικές αγορές του ίδιου κρυπτοστοιχείου προβλέπεται χρήση μέσης τιμής κτήσης, ενώ οι αναλυτικές διαδικασίες τεκμηρίωσης αναμένεται να καθοριστούν από την Α.Α.Δ.Ε.
Ζημίες, κέρδη και τεκμήρια
Οι ζημιές από συναλλαγές κρυπτοστοιχείων, εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, θα μπορούν να μεταφέρονται στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη και να συμψηφίζονται με μελλοντικά κέρδη από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων. Δεν θα μπορούν όμως να χρησιμοποιούνται για να μειωθεί φορολογητέο εισόδημα από μισθούς, συντάξεις ή άλλες διαφορετικές πηγές.
Διαφορετική φορολογική μεταχείριση προβλέπεται για έσοδα που προέρχονται από staking, δανεισμό κρυπτονομισμάτων ή παροχή ρευστότητας. Οι συγκεκριμένες αποδόσεις αντιμετωπίζονται ως τόκοι και προβλέπεται να υπάγονται σε φόρο 15%. Όταν η απόδοση καταβάλλεται σε κρυπτονομίσματα, λαμβάνεται υπόψη η αξία τους σε ευρώ κατά τον χρόνο που αποκτώνται. Το υπουργείο έχει επιβεβαιώσει συντελεστή 15% για αυτές τις κατηγορίες αποδόσεων.
Μια ακόμη σημαντική αλλαγή είναι ότι η αγορά κρυπτοστοιχείων θα ενταχθεί στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, κάτι που σημαίνει ότι θα λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη τεκμηρίων. Άρα ένας φορολογούμενος που διαθέτει σημαντικό ποσό για αγορά κρυπτονομισμάτων θα πρέπει να μπορεί να δικαιολογήσει φορολογικά την προέλευση των χρημάτων που χρησιμοποίησε, ανεξάρτητα από το αν αργότερα η επένδυση απέφερε κέρδος ή ζημιά.
Το νομοσχέδιο ανοίγει επίσης διαδικασία οικειοθελούς δήλωσης παλαιότερων υπεραξιών, εντός δώδεκα μηνών από τη δημοσίευση του νόμου. Εφόσον τηρηθούν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις και ο φόρος καταβληθεί εμπρόθεσμα, προβλέπεται απαλλαγή από πρόστιμα και τόκους για την προηγούμενη μη δήλωση. Ωστόσο, η καταβολή του φόρου δεν σημαίνει από μόνη της ότι νομιμοποιείται η προέλευση του αρχικού κεφαλαίου ούτε αποκλείεται ενδεχόμενος φορολογικός έλεγχος.
Το νέο σύστημα κάνει ακόμη πιο σημαντική τη διατήρηση πλήρους ιστορικού αγορών, πωλήσεων, μεταφορών και πληρωμών με κρυπτονομίσματα. Το ποσό που εμφανίζεται σε ένα ψηφιακό πορτοφόλι δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το καθαρό ποσό που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο κάτοχός του μετά τη φορολογία, ενώ η τελική μορφή των ρυθμίσεων θα οριστικοποιηθεί μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου από τη βουλή.
