Η επιστήμη των συμπεριφορικών οικονομικών βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, προσπαθώντας να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει τις ανθρώπινες αποφάσεις. Για χρόνια, η επικρατούσα τάση αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως έναν επεξεργαστή πληροφοριών με προβλέψιμα σφάλματα. Στην παραδοσιακή οικονομική θεωρία, ο καταναλωτής λειτουργούσε σαν ένας τέλεια προγραμματισμένος υπολογιστής, ενώ στα συμπεριφορικά οικονομικά μετατράπηκε σε ένα ελαττωματικό λογισμικό που παρουσιάζει συστηματικά προβλήματα.
Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αποδεικνύεται ελλιπής. Η ανθρώπινη βιολογία, τα συναισθήματα και τα προσωπικά βιώματα διαδραματίζουν πολύ πιο καθοριστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων από όσο θέλουν να πιστεύουν οι θεωρητικοί των γραφείων. Ο άνθρωπος δεν είναι ρομπότ και οι επιλογές του δεν καθορίζονται απλώς από την πρόσβαση στην πληροφορία, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο το σώμα και ο εγκέφαλός του έχουν μάθει να αντιδρούν στο περιβάλλον.
Το αποτύπωμα των βιωμάτων στις οικονομικές αποφάσεις
Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η ανάλυση της συμπεριφοράς τραπεζιτών που έδειξε ότι όσοι είχαν ζήσει περιόδους υψηλού πληθωρισμού στη ζωή τους, έπαιρναν πολύ πιο συντηρητικές και αυστηρές αποφάσεις. Οι κλασικοί οικονομικοί αναλυτές θα απέδιδαν αυτή τη στάση σε έλλειψη πληροφόρησης. Κάτι τέτοιο όμως καταρρίπτεται εύκολα, αν αναλογιστεί κανείς το κορυφαίο επίπεδο μόρφωσης και τα αμέτρητα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους αυτοί οι άνθρωποι.
Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «επίδραση της εμπειρίας» και αποδεικνύει ότι τα βιώματα διαμορφώνουν τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες μας με τρόπο που δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα απλό γνωστικό σφάλμα. Οι αναμνήσεις μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα συναισθήματα και το έντονο στρες που νιώσαμε κατά τη διάρκεια περασμένων γεγονότων, εξηγώντας γιατί το ίδιο αντικειμενικό γεγονός επηρεάζει διαφορετικά τον κάθε άνθρωπο.
Από τη θεωρία των κινήτρων στην πολυπλοκότητα της βιολογίας
Οι παραδοσιακές οικονομικές θεωρίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά μας μέσα από σταθερές προτιμήσεις, οι οποίες επηρεάζονται από εξωτερικά κίνητρα και περιορισμούς. Χωρίζουν τις αντιδράσεις μας σε στεγανά, όπως η ανάληψη ρίσκου, η αυτοσυγκράτηση και η μνήμη. Αυτά τα εργαλεία είναι χρήσιμα για να εξηγήσουν τι κάνει ένας άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη στιγμή, αλλά αδυνατούν να απαντήσουν στο γιατί η συμπεριφορά αλλάζει δραματικά όταν αλλάζει το περιβάλλον, ή γιατί η ίδια ακριβώς παρέμβαση φέρνει αντίθετα αποτελέσματα σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι οικονομικές αποφάσεις πηγάζουν από μια συνεχή αλληλεπίδραση βιολογικών διεργασιών. Αυτές οι διεργασίες δεν καθορίζουν μόνο το πώς λαμβάνουμε μια πληροφορία, αλλά και ποια βιολογική και συναισθηματική σημασία της δίνουμε. Οι ενήλικες δεν λειτουργούν με βάση αναλλοίωτα χαρακτηριστικά που έμειναν ίδια στον χρόνο. Η λήψη αποφάσεων εξελίσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου της ζωής, με το συναίσθημα να λειτουργεί ως ο βασικός μηχανισμός που ορίζει τι είναι επείγον, τι αποτελεί απειλή και τι ανταμοιβή.
Η εφηβεία ως πεδίο βιολογικής διαφοροποίησης
Η περίοδος της εφηβείας αποτελεί το πιο τρανταχτό παράδειγμα του πώς η βιολογική ανάπτυξη ανατρέπει τα παραδοσιακά οικονομικά μοντέλα. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, η ευαισθησία στην ανταμοιβή, η ένταση των συναισθημάτων και η ανάγκη για αποδοχή από τους συνομηλίκους υφίστανται ριζικές αλλαγές. Αυτό εξηγεί γιατί οι έφηβοι οδηγούνται συχνά σε συμπεριφορές υψηλού ρίσκου ή σε ασταθείς επιλογές.
Αν μια πολιτική σχεδιαστεί χωρίς να λάβει υπόψη αυτή τη βιολογική ιδιαιτερότητα, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Για παράδειγμα, οι ενημερωτικές εκστρατείες που προειδοποιούν τους εφήβους για τους μελλοντικούς κινδύνους των πράξεών τους έχουν ελάχιστη επίδραση, επειδή τη στιγμή της δράσης εκείνο που κυριαρχεί στον εγκέφαλό τους είναι η γνώμη της παρέας τους. Αντίθετα, παρεμβάσεις που μειώνουν την ανάγκη για κοινωνική επίδειξη ή προσφέρουν μια άμεση, εναλλακτική επιβράβευση, αποδεικνύονται πολύ πιο αποτελεσματικές.
Η ενσωμάτωση της βιολογίας και της φυσικής εξέλιξης του ανθρώπου στα οικονομικά μοντέλα δεν είναι πλέον μια θεωρητική πολυτέλεια, αλλά μια αναγκαιότητα. Μόνο αν κατανοήσουμε ότι οι επιλογές μας διαμορφώνονται από τα γονίδια, τις ορμόνες και τα ζωντανά μας βιώματα, θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε πολιτικές που ανταποκρίνονται στην πραγματική ανθρώπινη φύση.
