Ασχολούμενη με τον χώρο του εικαστικού κοσμήματος, μελετώντας και σχεδιάζοντας κοσμήματα εμπνευσμένα από αντικείμενα αρχαίων πολιτισμών, η Μίνα Κατσούλη μεταφέρει σε μουσεία και χώρους τέχνης μια μακρά οικογενειακή παράδοση.
Γεννημένη στην Αθήνα, μετέφερε τα παιδικά της βιώματα και συνέχισε μια τέχνη που οι πηγές της βρίσκονται στη Στεμνίτσα. Εξιστορεί η ίδια σε συνομιλία μας: «Τα βιώματα που είχα από παιδί στο εργαστήρι του παππού Λάμπη Κατσούλη, ήταν καθοριστικά και με μύησαν στον κόσμο των μετάλλων. Ο Λάμπης ήταν αδελφός του παππού μου και εκείνος που τον αντικατέστησε όσο ήμασταν παιδιά, μιας κι ο μπαμπάς μου έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Η επίσκεψη στο εργαστήρι του στην Αθήνα, ήταν για μένα γιορτή. Τόσο δοτικός και ανοιχτόκαρδος! Θαύμαζα τα μισοτελειωμένα έργα του κι εκείνος γελούσε και μου τα χάριζε! Ίδρυσε τη σχολή αργυροχρυσοχοΐας στη Στεμνίτσα και πάντα μου έλεγε να πάω, αλλά που μυαλό… Σε κείνον και στον πατέρα μου χρωστώ την αγάπη μου γι’ αυτή την τέχνη».
Έχοντας ως επαγγελματική δραστηριότητα τη γραφιστική, το 2000 παρακολούθησε για δέκα χρόνια το τμήμα εικαστικού κοσμήματος των δημοτικών εργαστηρίων της Αγίας Παρασκευής με δάσκαλο τον Δημήτρη Νικολαΐδη και παράλληλα την περίοδο 2007-2009 το τμήμα γλυπτικής με δάσκαλο τον Στέλιο Σάρρο. «Κάπως έτσι οι σχεδιαστικές μου γνώσεις αποτυπώθηκαν στο εικαστικό κόσμημα και ασχολήθηκα με τη μικρογλυπτική» λέει, προσθέτοντας: «Με μάγευε πάντα η δυνατότητα να τιθασεύεις ένα τόσο σκληρό υλικό όπως το μέταλλο ή η πέτρα και μέσα από αυτή τη σκληρότητα να βγαίνει κάτι τόσο “ευγενικό” που είναι ικανό να κοσμήσει. Απίστευτη ισορροπία μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων! Μου αρέσει να πειραματίζομαι, συνδυάζοντας διάφορα υλικά, ικανά να συνομιλούν με το μέταλλο».
Μια πολυσυζητημένη έκθεση ανάμεσα στις πολλές
Η Μίνα Κατσούλη συνήθιζε να παρουσιάζει τις συλλογές της σε εναλλακτικούς χώρους της Αττικής που ταίριαζαν σε αυτές. Ωστόσο, μια έκθεσή της υπερβαίνει τη φαντασία, με την ίδια να αφηγείται με το γλαφυρό τρόπο της: «Από τις πιο πολυσυζητημένες ήταν εκείνη που έγινε το 2011 με παρότρυνση φίλης, σε ιχθυοπωλείο της Ραφήνας (που βέβαια αν δεν το είχε άλλη φίλη, δεν ξέρω πόσο εφικτό θα ήταν) με τίτλο “Μια ψαριά κοσμήματα”. Ήταν η δική μου απόδοση σε ψάρια και κοχύλια, δουλεμένα σε ασήμι και άλλα υλικά»…
Τελευταία έκθεσή της ήταν εκείνη που έγινε τον Μάρτιο του 2023 στο café του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθήνας με τίτλο «Κυκλαδικές μορφές σε πέτρες του Αιγαίου». «Ένα βότσαλο μιλάει; Ο προβληματισμός μου για το πολύτιμο και τη σημαντικότητα του ασήμαντου» λέει: «Πολλοί από όσους με ξέρουν καλά ισχυρίστηκαν ότι εκεί μέσα ήταν όλη η -μέχρι τότε- πορεία της ζωής μου. Ίσως δεν έχουν άδικο… ακόμα το σκέφτομαι».
Η ίδια ασχολήθηκε με τον χώρο του εικαστικού κοσμήματος, μελετώντας και σχεδιάζοντας κοσμήματα εμπνευσμένα από κτερίσματα και κάθε μορφής αντικείμενα αρχαίων πολιτισμών, που παραμένουν αξεπέραστα μέχρι σήμερα. «Γι’ αυτό και η δουλειά μου απευθύνεται κυρίως σε πωλητήρια μουσείων και χώρους τέχνης, εκεί όπου καλούμαι να εφαρμόσω τη μοναδικότητα του πρωτότυπου που εμπνέομαι, στη διαδικασία παραγωγής και καθημερινής χρήσης», λέει.
«Μελέτη, γνώσεις και σχεδιασμός τα βασικά εργαλεία»
Αφήνουμε τη συνομιλήτριά μας να μιλήσει για τη δουλειά της, από την έμπνευση ως τη μορφοποίηση και το τελικό αποτέλεσμα: «Ο τρόπος επεξεργασίας διαφέρει ανάλογα με το είδος του κοσμήματος και την ποσότητα που θα παραχθεί», λέει. «Δηλαδή, ένα μοναδικό αντικείμενο που δεν αναπαράγεται, έχει άλλες προδιαγραφές από εκείνο που πρέπει να αναπαραχθεί, έστω και σε περιορισμένο αριθμό αντιγράφων. Η μελέτη, οι γνώσεις και ο σχεδιασμός λοιπόν, είναι βασικά εργαλεία αυτής της δημιουργίας. Κάθε κόσμημά μου είναι χειροποίητο, με μεθόδους που δεν διαφέρουν και πολύ από εκείνες της αρχαιότητας, ώστε να συνάδει στο θέμα».
Η δουλειά της συνομιλήτριάς μας ενσωματώνει την αξιοποίηση των υλικών και την ανακύκλωσή τους στην πιο απόλυτη μορφή της. «Ένας ακόμα λόγος που αγαπώ το μέταλλο (χρυσός, ασήμι, ορείχαλκος) είναι γιατί ανήκει στην κατηγορία του “τίποτα δεν πάει χαμένο”», λέει χαρακτηριστικά. «Το δουλεύεις, το λιώνεις και του ξαναδίνεις μορφή όσες φορές θέλεις. Κάποτε, τα ρινίσματα του χρυσού που προέκυπταν από την επεξεργασία του, αποτελούσαν την αμοιβή του τεχνίτη. Γι’ αυτό το λαγοπόδαρο κατά τη λαϊκή παράδοση σχετίστηκε με την τύχη και την αφθονία. Με αυτό μάζευαν τα ρινίσματα χρυσού!».
Η ιστορία και ο ρόλος του ωραίου
Από τη μακρά συζήτησή μας δεν θα μπορούσαν να λείψουν οι πολιτιστικές αναφορές και μια διδακτική και ζωογόνος βουτιά στην ιστορία, σε καιρούς «στεγνούς» και υπό την ηχηρά αυξανόμενη απώλεια της αισθητικής. «Η ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί και να αφήσει το αποτύπωμά του ξεκίνησε με την ύπαρξή του. Η παλαιότερη γνωστή βραχογραφία στον κόσμο, που είναι ένα αποτύπωμα χεριού και βρέθηκε στην Ινδονησία, είναι ηλικίας τουλάχιστον 67.800 χρόνων! Αδύνατον να μας αφήσει ασυγκίνητους», λέει η Μίνα Κατσούλη. «Ο άνθρωπος δημιουργούσε αριστουργήματα με ελάχιστα μέσα, αλλά με πολλή αγάπη, μεράκι, αφοσίωση και ουσιαστικό γνώμονα την καλαισθησία. Πιστεύω ότι γι’ αυτό ο χρόνος τα αγάπησε και το χώμα τα προστάτευσε. Η παρατηρητικότητα και η επαφή τού ανθρώπου με τη φύση, αποτυπώθηκε και στο κόσμημα που αρχικά ήταν φτιαγμένο με οστά, δόντια ζώων, κοχύλια και αργότερα με μέταλλα και τεχνικές που χρησιμοποιούνται ως τις μέρες μας! Το κόσμημα αποτελούσε σύμβολο εξουσίας, κοινωνικής θέσης, προστασίας και συνόδευε τον κάτοχό του στην τελευταία του κατοικία».
Η συζήτηση με μια οπαδό του ωραίου και λάτρη της τέχνης, ειδικότερα της κοσμηματοτεχνίας, θα ήθελε απέραντο χώρο για να μεταφερθεί εδώ. Παραθέτουμε όσα εν κατακλείδι σημειώνει η Μίνα Κατσούλη: «Το κόσμημα προέρχεται από το ρήμα “κοσμώ” που σημαίνει τακτοποιώ-ευπρεπίζω. Η λέξη “κόσμος” στην αρχαία Ελλάδα δήλωνε τη συμπαντική ομορφιά και αρμονία, κι έτσι το κόσμημα ήρθε να ομορφύνει και να ολοκληρώσει την εμφάνισή μας. Το κάθε κόσμημα ήταν μοναδικό και είχε ένα μόνο κάτοχο. Σήμερα υπάρχουν διάφορες κατηγορίες κοσμημάτων, που μπορεί ο ρόλος τους να έχει αλλάξει, αλλά πάντα μας κάνουν να αισθανόμαστε ομορφότερα. Αυτός εξάλλου είναι και ο ρόλος του ωραίου, να αγαλλιάζει τη ματιά και την ψυχή μας».
