Στο θέατρο «Lib’ro» στην Κυψέλη παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη (21.15) «Η μύτη» του Nikolai Gogol, το έργο που ο ίδιος περιέγραφε ως «γέλιο μέσα από αόρατα δάκρυα».
Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει με ιδιαίτερη πνευματική ευστροφία ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Λεωνίδας Μικρόπουλος. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ανατρεπτικός, αρνητής της συστημικής, επιδερμικής κουλτούρας, αλλά είναι κάτι πολύ σπουδαιότερο από αυτό. Είναι «αιρετικός» απέναντι στο ίδιο το έργο, χωρίς να αλλοιώνει το πυρηνικό του νόημα. Αντίθετα, το οξύνει και το φέρνει αντιμέτωπο με το σήμερα.
Η παράσταση του Λεωνίδα Μικρόπουλου αποδομεί ένα δημιούργημα για να το αναδομήσει και να το παραδώσει στον θεατή στην πιο αυθεντική, ζωντανή και καίρια μορφή του. Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί που παίζουν στην παράσταση, δίνουν απλόχερα το απαραίτητο βάθος και την αλήθεια που απαιτεί αυτή η δύσκολη παράσταση.
Οι ερωτήσεις που απευθύνουμε στο σκηνοθέτη, έχουν σκοπό να ξεσκεπάσουν τη βαθύτερη σχέση του με τον συγγραφέα.
Τα έργα του Γκόγκολ είναι ξεκαρδιστικά, αλλά ταυτόχρονα βαθιά τραγικά. Για έναν σκηνοθέτη αποτελεί την απόλυτη δοκιμασία σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας. Ήταν αυτός ένας λόγος που κέντρισε την ανάγκη σου για δημιουργία; Και ποιοι άλλοι λόγοι;
Κάθε έργο με το οποίο καταπιάνομαι εμπεριέχει όλες τις εκφάνσεις του ανθρώπου, την τραγική, την κωμική, τη μεγαλειώδη αλλά και την ευτελή. Γιατί στην πραγματική ζωή τίποτα δεν είναι μόνο κωμικό ή μόνο τραγικό, όλα συνυπάρχουν και εμφανίζονται απρόσμενα, γι’ αυτό ας πούμε κάποιος ξεσπά σε γέλιο σε μια κηδεία ακριβώς την στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με το αναπόδραστο του θανάτου, σαν για να διαφύγει από αυτό πηγαίνει στο άκρο αντίθετο, το γέλιο. Έτσι και στη «Μύτη», ένα γεγονός απολύτως τραγικό, το να χάσει κανείς εντελώς απρόσμενα και αναίτια το οσφρητήριο όργανό του, παρουσιάζεται με κωμικό τρόπο. Αυτό σίγουρα ήταν κάτι που με κίνησε να πω αυτήν την ιστορία. Άλλος λόγος που διάλεξα αυτό το έργο είναι το πώς πραγματεύεται το ζήτημα της ταυτότητας. Ο Κοβαλιόφ ξυπνάει χωρίς τη μύτη του κι αυτό που πιο πολύ τον απελπίζει είναι το πώς θα αντιδράσουν οι γύρω του, το πώς η εικόνα του αλλοιώνεται κι όχι η ουσία, το ότι δεν έχει μύτη! Νομίζω πως πολλές φορές και σήμερα εγκλωβιζόμαστε στην έγνοια μας για το “τι θα πουν οι άλλοι” κι όχι στο τι όντως μας ενοχλεί ή χρειαζόμαστε. Κι εγώ ας πούμε αν ξυπνούσα μια μέρα χωρίς τα μαλλιά μου, παρόλο που θα παρέμενα πλήρως λειτουργικός και ικανός, θα ένιωθα ότι μειονεκτώ επειδή θα θεωρούσα ότι ο περίγυρός μου θα με αντιμετώπιζε ως άτομο που υστερεί.
Στη «Μύτη» αφήνεται σκόπιμα ασάφεια για το αν τα γεγονότα συνέβησαν πραγματικά ή αν ήταν εφιάλτης. Αλλάζει η αξία της ιστορίας αν υποθέσουμε ότι ο Κοβαλιόφ απλώς το ονειρεύτηκε;
Η ιστορία της «Μύτης» θα μπορούσε πραγματικά να αποτελεί έναν εφιάλτη, μιας που ξαφνικά ο Κοβαλιόφ χάνει τη μύτη του και ξαφνικά την αποκτά, χωρίς εξήγηση. Ωστόσο, ποτέ δεν θεώρησα ότι πρόκειται για εφιάλτη. Ίσα ίσα πιστεύω ότι ο Γκόγκολ εσκεμμένα γράφει το συγκεκριμένο έργο, σαν απάντηση στους κριτικούς της εποχής του που τον κατηγορούσαν ότι τα έργα του είναι κενά νοήματος και αναρωτιούνταν για ποιο λόγο τα έγραφε. Γι’ αυτό ο Γκόγκολ είναι για μένα ένας από τους κύριους εκφραστές του παραλόγου, γιατί με τις ιστορίες του αποδεικνύει πως η τέχνη γίνεται για να διεγείρει και να γεννήσει προβληματισμό, όχι για να εξηγήσει ούτε για να ανταποκριθεί ή να απευθυνθεί στην λογική του δέκτη.
Η μύτη βρίσκεται το πρωί μέσα σε ένα καρβέλι ψωμί. Πώς λειτουργεί αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο ταπεινό, καθημερινό ψωμί και την υψηλή κοινωνική τάξη στην οποία φιλοδοξεί να ανήκει ο Κοβαλιόφ;
Πολλές φορές η σάτιρα εκφράζεται μέσα από τέτοιες αντιθέσεις. Όπως ανέφερα και πριν, το κωμικό μπλέκεται με το τραγικό κι έτσι κι εδώ το ταπεινό μπερδεύεται με το υψηλό. Η μύτη του μεγαλομανούς Κοβαλιόφ καταλήγει στο ψωμί του οκνηρού, τιποτένιου και ρέμπελου Ιβάν Γιακόβλεβιτς, είναι κι αυτός ένας τρόπος να αποκορυφωθεί η σάτιρα του Γκόγκολ απέναντι στον καθωσπρεπισμό και στο φαίνεσθαι της ρωσικής υψηλής κοινωνίας. Και φυσικά μέσα απ’ αυτή την αντίθεση ενισχύεται το καυστικό στοιχείο της αφήγησης.
Το διήγημα τελειώνει εξίσου παράλογα όσο άρχισε, με τη μύτη να επιστρέφει στη θέση της χωρίς καμία εξήγηση. Γιατί ο συγγραφέας επιλέγει να μην δώσει μια “λογική” λύση στο μυστήριο;
Σε αντίθεση με την επικρατούσα αντίληψη, δεν έχουμε την τέχνη για να καταλαβαίνουμε. Ο άνθρωπος χρειάζεται την τέχνη για να αισθάνεται, να συγκινείται, να ακουμπάει τις ευαίσθητες πλευρές του. Το διήγημα δεν χρειάζεται καμία λογική λύση, είναι έτσι κι αλλιώς παράλογο και με τέτοιους όρους καλούμαστε να το πλησιάσουμε. Ο Γκόγκολ γράφει μια ιστορία όπως θέλησε και όπως την φαντάστηκε, σατιρίζοντας και στηλιτεύοντας έμμεσα. Άλλωστε την απάντηση μας την δίνει ο ίδιος με την φράση του “αλλά πού, απαντήστε μου, πού δεν υπάρχουν παραλογισμοί;”.
