Στη σκιά των «πολιτιστικών» εμπορικών τυμπανοκρουσιών που ενδιαφέρονται για τη διαμόρφωση αγορών, υπάρχουν μουσικές από μύστες της τέχνης που προτεραιότητές τους είναι ο πολιτισμός και η προσωπική και συλλογική ανάπτυξη των ανθρώπων. Και απέναντι από τον στυγνό ρεαλισμό θα υπάρχει πάντα η ψυχή, σε πείσμα των καιρών.
Σταχυολογούμε άκρως ενδιαφέροντα αποσπάσματα από παλιότερη συνομιλία μας με τον Dogan Solmaz, που υπηρετώντας την παράδοση έκανε το σάζι του γέφυρα που ενώνει τους λαούς και τους πολιτισμούς.
«Δεν υπάρχει περιβάλλον για την παραδοσιακή μουσική κι αν πάμε έτσι είμαστε χαμένοι»
Συνηθίζοντας να εναλλάσσει τη σοβαρότητα με το δηκτικό χιούμορ και το τρανταχτό γέλιο του, ο Dogan Solmaz μιλάει με την ορμή του επαναστάτη και με τη σοφία ενός ανθρώπου ζυμωμένου με τον πολιτισμό, που κυνηγήθηκε, εκτοπίστηκε, πάλεψε και ζυμώθηκε με τα πράγματα.
«Η παραδοσιακή μουσική που παίζω με το σάζι έρχεται πριν από 1.100 χρόνια» εξηγεί. «Από εκεί ξεπηδούν και οι συγγενικές σχέσεις με το ρεμπέτικο στις αρχές του 20ου αιώνα. Άλλωστε “μπουζούκ” είναι το χαλασμένο και εν προκειμένω –στη λαϊκή γλώσσα και παράδοση- το… χαλασμένο σάζι». Και προσθέτει: «Τα τελευταία χρόνια η τουρκική μουσική εδώ είναι νεκρή, αφού οι Έλληνες δεν ακούνε παραδοσιακή μουσική και δεν βάζουν τούρκικη. Αφ’ ενός δεν υπάρχουν πια μαγαζιά με ανατολίτικη μουσική κι αφ’ ετέρου το μικρό κοινό που υπάρχει, δυστυχώς συρρικνώνεται κι άλλο με αποτέλεσμα να δυσκολεύουν τα πράγματα, παρά το ρεύμα που υπάρχει προς την Τουρκία. Το παρόν μάς υπαγορεύει να ακούμε δυτική μουσική από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν υπάρχει περιβάλλον για την παραδοσιακή μουσική, να την ακούσουμε, να τη γνωρίσουμε και να την αγαπήσουμε. Κι αν πάμε έτσι είμαστε χαμένοι…».
Υπογραμμίζει δε ότι «η μουσική πρέπει να είναι από την καρδιά, να την ανοίγει παίζοντας ή ακούγοντάς την, να υπάρχει μέσα σου και να ορίζει τον χώρο σου, όπως γίνεται μ’ ένα ταλαντούχο μάγειρα, μ’ ένα σκηνοθέτη. Η μουσική δεν έχει γλώσσα, ανήκει παντού και σε όλους. Και συνθέτει την καλύτερη επανάσταση, όπως κάθε τέχνη αλλάζει τα πράγματα».
«Να διαδώσουμε την ιστορία και την παράδοσή μας, την ιστορία των λαών και όχι των κρατών»
Μιλάει με θαυμασμό για τον Ιρλανδό και… κατόπιν κρητικό Ross Daly που πάντρεψε την ιρλανδέζικη μουσική με τη μεσογειακή, για τον Αρμένιο Haig Yazdjian, τον Σύριο Ziad Rajab και την Τουρκάλα Dilek Koç, για σπουδαίους μουσικούς και τραγουδιστές που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, λέγοντας: «Ο καλλιτέχνης ανανεώνει τον κόσμο. Νέα πράγματα, ποιήματα, μουσικές, πίνακες, όλες οι τέχνες. Δεν είναι ξεκομμένος από τον κόσμο και είναι κανείς καλλιτέχνης όταν είναι κοντά και μέσα στον κόσμο».
Εκφράζοντας το μεγάλο παράπονό του, λέει: «Το σύστημα μάς καταστρέφει από τη μικρή ηλικία μας, αφού έχει τη δύναμη στα χέρια του και τη χρησιμοποιεί. Πόσες φορές βλέπουμε παραδοσιακή μουσική στην τηλεόραση ή αλλού; Πόσα παιδιά ωθούνται να μάθουν παραδοσιακή μουσική και πόσα δυτική χωρίς ρίζες; Πρέπει πια να ξεκαθαρίσουμε την αλήθεια από το ψέμα. Έχουν τη δύναμη και προάγουν ένα μοντέλο, αλλά μέχρι πού και πότε θα πάνε;» λέει και κοιτώντας βαθιά στα μάτια με το ανυπόκριτο ανατολίτικο βλέμμα του προσθέτει: «Πιστεύω και ελπίζω να μας δοθούν περισσότερες ευκαιρίες, να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι ώστε να προχωρήσουμε στη διάδοση της ιστορίας και της παράδοσής μας. Της ιστορίας των λαών και όχι των κρατών…».
Μ’ ένα καφέ τα μακρόσυρτα απομεσήμερα της ραστώνης και με ρακή τις χοηφόρες νύχτες, συνταιριάζαμε τη γειτονιά του Αιγαίου, με τα λόγια του Dogan να χύνονται από το τραπέζι στα λιθόστρωτα της παλιάς Θεσσαλονίκης και ν’ ανταμώνουν με τα τείχη της: «Ταιριάζουμε σε όλα και είμαστε τόσο κοντά σε όλα με τους Έλληνες… σαν ένας τόπος κι ένας κόσμος. Έχω πολύ μεγάλο σεβασμό και αγάπη γι’ αυτό τον τόπο. Πιστεύω ότι καθένας που αγαπά την παράδοση και παίζει μουσική, πρέπει να ενώσει την αγάπη αυτή, την ιδεολογία και την τέχνη του και να αναζητήσει χώρο για να την απλώσει».
Βιογραφικό
Ο Dogan Solmaz γεννήθηκε το 1969 στο Dersim (ιστορικό προπύργιο των Κούρδων ανατολική Τουρκία) και σπούδασε πολιτικός μηχανικός στα Άδανα. Παίζει σάζι από δέκα χρονών και από τα χρόνια του πανεπιστημίου άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά εμφανιζόμενος και σε συναυλίες. Έπαιζε στην Τουρκία με δύο γνωστά συγκροτήματα και με ρεπερτόριο που περιελάμβανε έντεχνα αλλά και επαναστατικά τραγούδια.
Το 1993 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα και να έρθει ως πολιτικός πρόσφυγας στην Ελλάδα. Πέρασε από το στρατόπεδο προσφύγων του Λαυρίου και έμεινε πέντε χρόνια στην Αθήνα, ενώ μετά τα δύο πρώτα χρόνια στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την παραδοσιακή μουσική, παίζοντας τούρκικα, κουρδικά, αλεβίτικα (ζαρζάικα), αρμένικα και τραγούδια της Μεσοποταμίας. Από το 1998 ζει στη Θεσσαλονίκη και εμφανίστηκε σε μουσικές σκηνές της πόλης και όλης της βόρειας Ελλάδας. Συνεργάστηκε με πολλούς γνωστούς αλλά και λιγότερο γνωστούς καλλιτέχνες.
