Στέκεται ικανοποιημένη και καμαρωτή για τις επιλογές της στο ταμείο του super market, με αμφίβολης προέλευσης και πραγματικής αξίας προϊόντα. Θεωρεί πως διάλεξε ό,τι καλύτερο και πιο υγιεινό για το καλλίγραμμο σώμα της, στο οποίο έχει επιβάλει την ολιγάρκεια χωρίς να το εξετάσει.
Με τα επεξεργασμένα γιαουρτάκια της, τα υπερμακράς διάρκειας ζωής (ούτε καν σκέφτηκε πώς και γιατί!) προϊόντα, το λευκό τυρί (που πουθενά στη συσκευασία δεν αναγράφονται οι λέξεις «φέτα» ή έστω «τυρί»!), το παγωτό («γλύκισμα» γράφει, αλλά ούτε αυτό αρκεί για να τη βάλει σε υποψίες!), τα γυαλιστερά σαν στολίδια λαχανικά και το λιγοστό κρέας με τα παράξενα έντονα χρώματα και τις έτοιμες «φρέσκες σαλάτες». Όλα και πάντα «χωρίς συντηρητικά»!
Λίγο αργότερα, χτυπάει την πόρτα της ο τρισκατάρατος καρκίνος. Που και πριν θέριζε σωρηδόν γύρω της, μα εκείνη το προσπερνούσε βαριεστημένα. Κι αναρωτιέται «γιατί;»…
