
Η αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη είχε κάποτε την… ατυχία να μιλήσει για τον πολιτισμό ως «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας. Μια φράση σχεδόν προκλητική, σε μια εποχή όπου η άγνοια, η αγραμματοσύνη και η επιμελώς καλλιεργούμενη παραπληροφόρηση, έχουν δώσει στη φράση αυτή μια νέα, στενά καταναλωτική προσέγγιση: Η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας είναι ο τουρισμός. Και, για να είμαστε πιο ακριβείς, ο «ταβερνοτουρισμός», με λίγο ήλιο, πολύ τζατζίκι και ακόμη λιγότερο πολιτισμό. Δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να αναρωτηθώ τι θα έλεγε σήμερα η Μελίνα βλέποντας την κατάντια της φράσης της. Τουλάχιστον δεν είναι πια εδώ για να χρειαστεί να την υπερασπιστεί.
Βγάζοντας τη λέξη «βαριά» και κρατώντας τη λέξη πολιτισμός, προσπαθώ να ερμηνεύσω τι περιέχει αυτή η λέξη ώστε να συνδεθεί με τη λέξη βιομηχανία. Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε στη σκηνή, στο πανί ή στην πέτρα. Είναι και αυτό που παράγεται γύρω από αυτά. Εκτός από τις τέχνες, την υλική και άυλη πολιτιστική κληρονομιά, έννοιες που παραμένουν αόριστες, απρόσωπες και απείρως θεωρητικές, στην πραγματικότητα ο πολιτισμός είναι ο ίδιος ο άνθρωπος-καλλιτέχνης, ο έμψυχος δημιουργός. Χωρίς την εργασία, το σώμα, τη φαντασία και το βίωμά του, καμία από τις παραπάνω έννοιες δεν θα είχε υπόσταση, παραγωγική δύναμη ή συνέχεια. Ταλανίζοντας το μυαλό μου και κρατώντας το ξάγρυπνο φρουρό των αποριών μου, αναρωτιέμαι στον τομέα πολιτισμός, ο άνθρωπος-καλλιτέχνης δεν αποτελεί τον πρωτογενή και αναντικατάστατο συντελεστή παραγωγής;
Άρα δεν θα έπρεπε να είναι η πρώτη μέριμνα της πολιτείας να του εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες δουλειάς και δικαιώματα, ώστε να μπορεί να συνεχίσει τη δημιουργία και να μην πέσει σε αδράνεια; Γιατί ο μεγαλύτερος φόβος δεν είναι να χάσουμε κάποτε τον πολιτισμό μας. Είναι να τον κρατήσουμε ζωντανό, μόνο ως έκθεμα σε αρχεία, φακέλους και μουσεία. Ο καλλιτέχνης συχνά αντιμετωπίζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας ή επιχειρηματίας ενός έργου, όχι ως εργαζόμενος που χρειάζεται σταθερό χρόνο και εισόδημα για να δημιουργήσει. Αν τον πολιτισμό τον θεωρείς βιομηχανία, πρέπει να τον συντηρείς. Αν τον τουρισμό τον θεωρείς βιομηχανία, πρέπει να συντηρείς τον καλλιτέχνη που δημιουργεί τον πολιτισμό.
Ο τουρισμός παίρνει έναν τόπο, μια εμπειρία, την ιστορία και τον πολιτισμό του και τα μετατρέπει σε οικονομική δραστηριότητα. Δηλαδή, ο τουρισμός πουλάει την εμπειρία του πολιτισμού. Γιατί, λοιπόν, να μην αντιμετωπίζεται ο πολιτισμός ως αυτό που είναι: Ένας από τους παραγωγούς της εμπειρίας που ο τουρισμός πουλάει; Και, κατ’ επέκταση, γιατί ο καλλιτέχνης να μην αντιμετωπίζεται ως εργαζόμενος της τέχνης του; Να αμείβεται αξιοπρεπώς, να ασφαλίζεται, να έχει δικαιώματα και ένα στοιχειώδες πλαίσιο εργασίας. Κι αν αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχει, μήπως ήρθε η ώρα να δημιουργηθεί; Τα εργασιακά δικαιώματα δεν εμφανίστηκαν από μόνα τους. Θεσπίστηκαν, όπως θεσπίστηκε και η αμοιβή των πολιτικών όταν κρίθηκε ότι η δημόσια λειτουργία απαιτεί χρόνο, ευθύνη και επαγγελματισμό.
Ζητάμε από τον καλλιτέχνη να παράγει πολιτισμό, να δημιουργεί θέαμα, να τροφοδοτεί τον τουρισμό, να διαμορφώνει την εικόνα της χώρας, να κρατά ζωντανή τη συλλογική μας μνήμη και ταυτόχρονα θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι μπορεί να το κάνει χωρίς να μπορεί να ζήσει από αυτό. Θυμόμαστε ξαφνικά την «αγάπη για την τέχνη» ως υποκατάστατο του μισθού, της ασφάλισης και της αξιοπρέπειας; Τη δική του αγάπη, όχι τη δική μας… Γιατί τελικά δεν μπορείς να απαιτείς πολιτισμό από μια κοινωνία που δεν έχει μάθει να σέβεται τους ανθρώπους που τον δημιουργούν. Ο πολιτισμός δεν συντηρείται με χειροκροτήματα ούτε ασφαλίζεται με ευχές. Και μια κοινωνία που αφήνει τους δημιουργούς της να επιβιώνουν από την «αγάπη τους για την τέχνη», κάποια στιγμή κινδυνεύει να μείνει με τα μουσεία της άδεια και παρακαλώντας να έρθουν πίσω κάτι γλυπτά που λείπουν για αιώνες σε άλλους τόπους. Και με τις μελλοντικές γενιές να απορούν, όχι γιατί δεν μας επέστρεψαν τα γλυπτά, αλλά γιατί εμείς, επιμέναμε τόσο να τα φέρουμε πίσω, ενώ δεν φροντίσαμε να υπάρχουν άνθρωποι που θα δημιουργήσουν τα επόμενα.
Έχει αργήσει η ώρα να φροντίσουμε εκείνους που δημιουργούν τέχνη. Γιατί, παρά την αδιαφορία της Πολιτείας, την αμηχανία των θεσμών και -πολλές φορές- την αδιαφορία της ίδιας της κοινωνίας, οι άνθρωποι της τέχνης επιμένουν. Συνεχίζουν να γράφουν, να παίζουν, να σκηνοθετούν, να ζωγραφίζουν, να χορεύουν, να δημιουργούν. Επιμένουν, σχεδόν πεισματικά, να παράγουν πολιτισμό, ακόμη κι όταν κανείς δεν τους εγγυάται ότι θα μπορούν να ζήσουν από αυτόν. Και, ίσως, αυτή η επιμονή τους να είναι η τελευταία μας ευκαιρία. Αρκεί κάποια στιγμή να αποφασίσουμε ότι δεν θα τους ζητάμε μόνο να επιμένουν. Θα τους εξασφαλίσουμε και τη ζωή για να μπορούν να συνεχίσουν.
ηθοποιός, θεατρική συγγραφέας, δασκάλα υποκριτικής
