Η ισότητα και η δικαιοσύνη συχνά χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα στον δημόσιο λόγο. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για δύο διακριτές έννοιες που άλλοτε συμπορεύονται και άλλοτε συγκρούονται. Η σύγχυση ανάμεσά τους δεν είναι απλώς θεωρητική, αλλά έχει άμεσες πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές συνέπειες. Και αποτυπώνεται εύγλωττα στη γνωστή εικόνα που συνοδεύει αυτό το άρθρο.
Η ισότητα αφορά πρωτίστως στη μεταχείριση: Στην ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, χωρίς διακρίσεις. Στη νομική και πολιτική εκδοχή της σημαίνει ίσα δικαιώματα, ίσες υποχρεώσεις και ίση πρόσβαση στους θεσμούς. Είναι μια έννοια καθαρή, μετρήσιμη και ελκυστική, γιατί υπόσχεται απλότητα και ουδετερότητα. Και όπως έλεγε ο Σόλωνας, «ισότης στάσιν ου ποιεί» (η ισότητα δεν προκαλεί επανάσταση).
Αντίθετα, η δικαιοσύνη είναι πιο σύνθετη και συχνά πιο άβολη. Δεν αρκείται στο «ίδιο για όλους», αλλά ρωτά τι είναι δίκαιο για τον καθένα. Λαμβάνει υπόψη ανισότητες, συνθήκες, ιστορικά βάρη και πραγματικές δυνατότητες. Εκεί όπου η ισότητα βλέπει πρόσωπα, η δικαιοσύνη βλέπει ανθρώπους μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια. «Suum cuique» (σε καθένα ό,τι του αξίζει) προέτρεπε το ρωμαϊκό δίκαιο.
Αυτή η διάκριση απασχολεί τη φιλοσοφία ήδη από την αρχαιότητα. Ο Αριστοτέλης ξεχώριζε την αριθμητική ισότητα (ίσα μερίδια για όλους) από τη γεωμετρική δικαιοσύνη, όπου το μερίδιο καθενός αντιστοιχεί στη θέση, στη συνεισφορά ή στην ανάγκη του. Για τον ίδιο, το άδικο δεν προκύπτει μόνο από την άνιση μεταχείριση, αλλά και από την ίση μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων. Στη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία, αυτή η ένταση επανέρχεται με άλλους όρους. Για παράδειγμα, ο John Rawls υποστήριξε ότι μια δίκαιη κοινωνία δεν είναι εκείνη που απλώς εγγυάται τυπική ισότητα ευκαιριών, αλλά εκείνη που οργανώνει τις ανισότητες έτσι ώστε να ωφελούν τους λιγότερο προνομιούχους. Εδώ η δικαιοσύνη δεν εξαλείφει τη διαφορά, αλλά τη ρυθμίζει.
Στην πράξη, η σύγκρουση ισότητας και δικαιοσύνης γίνεται ορατή σε πλήθος πεδίων: Στην εκπαίδευση, όταν ίδιες εξετάσεις εφαρμόζονται σε άνισες αφετηρίες. Στην εργασία, όταν ίσοι κανόνες αγνοούν έμφυλες ή κοινωνικές ανισότητες. Στη μεταναστευτική πολιτική, όταν η τυπική ισότητα απέναντι στον νόμο συγκρούεται με την άνιση πραγματικότητα της ζωής.
Η υπεράσπιση της ισότητας χωρίς αναφορά στη δικαιοσύνη, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ηθική αδιαφορία. Από την άλλη, η επίκληση της δικαιοσύνης χωρίς σαφή όρια, μπορεί να οδηγήσει σε αυθαιρεσία ή σε έναν πατερναλισμό που υπονομεύει την ατομική ευθύνη. Το ζητούμενο δεν είναι να διαλέξουμε στρατόπεδο, αλλά να κατανοήσουμε τη μεταξύ τους σχέση.
Ίσως τελικά η ισότητα να είναι το αναγκαίο σημείο εκκίνησης (γι’ αυτό άλλωστε επιλέχτηκε ως μία από τις τρεις λέξεις-συνθήματα της γαλλικής επανάστασης) και η δικαιοσύνη ο δύσκολος προορισμός. Η πρώτη θέτει τον κανόνα, η δεύτερη απαιτεί κρίση. Και σε έναν κόσμο που αλλάζει, αυτή η κρίση δεν μπορεί να είναι ούτε αυτόματη ούτε ανέξοδη.
