
Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να παρουσιάσεις την τελευταία τριακονταετία στην Ελλάδα, λέγοντας ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε θεαματικά. Μόνο που αυτός ο τρόπος πόρρω απέχει από την πραγματικότητα…
Σε έρευνά μας, βλέπουμε ότι ο κατώτατος μισθός το 1996 ήταν 128.460 δραχμές τον μήνα (376,99 σε ευρώ), το 2006 έφτασε στα 608,32 ευρώ, το 2016 έπεσε στα 586,08 ευρώ και το 2026 είναι 920 ευρώ. Μέχρι εδώ καλά, μόνο που ο εργαζόμενος δεν καταναλώνει μισθό, αλλά προϊόντα, ενοίκιο, ρεύμα, βενζίνη και άλλα, που δεν αυξάνονται όσο ο μισθός. Και εκεί η εικόνα αλλάζει δραματικά!
Με την υπόμνηση ότι η γλώσσα των αριθμών δεν είναι αόριστη ή σχετική αλλά απόλυτη, από τα ατράνταχτα στοιχεία αυτών των τριών δεκαετιών (EuroStat, ΕλΣτατ κ.α.) προκύπτει ότι ο δείκτης τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών ανέβηκε από περίπου 45,5 το 1996 σε περίπου 102,5 το 2026 και η κατηγορία στέγαση, νερό, ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα κινήθηκε από περίπου 41% σε περίπου 111%.
Το απλό παράδειγμα της βενζίνης
Η βενζίνη που πληρώνουμε για τα οχήματά μας είναι ένα πολύ απλό παράδειγμα για να καταλάβει κανείς εύκολα τη διαφορά, εξετάζοντας αυτό που λέγεται «αγοραστική δύναμη».
Το 1996 η ενδεικτική τιμή της αμόλυβδης στην Αθήνα ήταν 199,5 δραχμές το λίτρο (0,59 ευρώ) το 2006 η μέση ετήσια τιμή της ήταν 0,98 ευρώ, το 2016 1,39 ευρώ και το 2026 τρέχει στα δύο ευρώ και βάλε!
Και τώρα κάνουμε τον λογαριασμό, αυτόν που έχει σημασία: Ένας κατώτατος μισθός του 1996 αγόραζε περίπου 639 λίτρα βενζίνης. Το 2006 αγόραζε περίπου 724 λίτρα, το 2016 περίπου 492 λίτρα και το 2026, περίπου 469 λίτρα.
Με άλλα λόγια, ο κατώτατος μισθός του 2026 είναι ονομαστικά υπερδιπλάσιος από εκείνον του 1996, αλλά αγοράζει 37% λιγότερη βενζίνη! Αυτό λέγεται αγοραστική δύναμη και είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από το ότι «ο μισθός πήγε στα 920 ευρώ»…
Τι λέει τελικά ο λογαριασμός
Όπως γράψαμε παραπάνω, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών ξεκινά από περίπου 45,5 το 1996 και βρίσκεται γύρω στο 102,5 το 2026.
Στα γαλακτοκομικά και στα αυγά η εικόνα είναι αντίστοιχη, καθώς από περίπου 45 το 1996, ο δείκτης έχει φτάσει πάνω από 102 το 2026, ενώ στα δημητριακά και στα προϊόντα δημητριακών, η σημερινή τιμή του δείκτη βρίσκεται επίσης περίπου στο 101. Συνεπώς, ο κατώτατος μισθός από το 1996 μέχρι το 2026 αυξήθηκε περίπου 109% και ο δείκτης τροφίμων περίπου 125%. Δηλαδή, το κόστος διατροφής ξεπέρασε την αύξηση του κατώτατου μισθού.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν έχει ακριβύνει μόνο αυτό που αγοράζουμε, αλλά και η ίδια η δυνατότητα να κατοικούμε, να θερμαινόμαστε και να μετακινούμαστε! Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από έναν γενικό δείκτη πληθωρισμού ή από πυροτεχνήματα «αύξησης μισθών».
Εν κατακλείδι, για να μην κοροϊδευόμαστε
Μπορεί τα τελευταία χρόνια ο κατώτατος μισθός να έχει διπλασιαστεί, αλλά
- τα τρόφιμα έχουν αυξηθεί κατά 125%
- η ευρύτερη κατηγορία στέγασης και ενέργειας κατά 150%+
- η βενζίνη έχει υπερτριπλασιαστεί
- το ενοίκιο έχει μετατραπεί από μια ακόμη μηνιαία δαπάνη στο μεγαλύτερο εμπόδιο για την οικονομική ανεξαρτησία ενός εργαζόμενου.
Και κάπου εδώ καταρρέει το ωραίο αφήγημα, καθώς η ζωή δεν μετριέται σε ευρώ που γράφει το εκκαθαριστικό, αλλά σε όσα μπορείς να αγοράσεις αφού πληρώσεις το σπίτι και τους λογαριασμούς σου. Το 1996 ένας εργαζόμενος μπορούσε να κοιτάζει τον μισθό του και να σκέφτεται τι θα αγοράσει, ενώ το 2026 συχνά κοιτάζει τον μισθό του και σκέφτεται τι θα αφήσει απλήρωτο.
Ο Αριστοτέλης λέει στα «Πολιτικά» του «ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν των ευ το πολύ». Και από εδώ αντλούμε την πιο σκληρή οικονομική αποτίμηση των τελευταίων τριάντα χρόνων: Ο κατώτατος μισθός ανέβηκε, αλλά η αξιοπρέπεια της καθημερινότητας και της διαβίωσης δεν ακολούθησε στον ίδιο ρυθμό…
