Η σχέση των Ελλήνων πολιτών με την ενημέρωση διέρχεται μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση, η οποία επανακαθορίζει το τοπίο της δημόσιας σφαίρας στη χώρα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας μεγάλης έρευνας του οργανισμού διαΝΕΟσις, η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026 και βασίζεται στην ανάλυση έντεκα ετήσιων δημοσκοπήσεων του Ινστιτούτου Reuters για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η παραδοσιακή συνήθεια της καθημερινής παρακολούθησης των εξελίξεων υποχωρεί ραγδαία, δίνοντας τη θέση της στον κυνισμό, την ενεργή αποφυγή και μια πρωτοφανή καχυποψία απέναντι στα μέσα ενημέρωσης.
Το επιστημονικό έργο, το οποίο υπογράφει ο Αντώνης Καλογερόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επικοινωνίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και Ερευνητικός Συνεργάτης του Ινστιτούτου Reuters, χαρτογραφεί τη δεκαετή πορεία της ψηφιακής ενημέρωσης στην Ελλάδα από το 2016 έως το 2026. Τα συμπεράσματα δείχνουν ότι η κόπωση από τις αλλεπάλληλες κρίσεις και η εδραιωμένη αντίληψη ότι τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν ως ενιαίος μηχανισμός προπαγάνδας έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, και κυρίως τους νέους, στην οριστική απομάκρυνση από τις ειδήσεις.
Η μεγάλη φυγή από την επικαιρότητα
Η τάση αποστασιοποίησης από τα γεγονότα άρχισε να γίνεται ορατή στις αρχές του 2021, αμέσως μετά το πρώτο κύμα της πανδημίας. Ενώ την περίοδο 2016-2020 το ενδιαφέρον για τις ειδήσεις παρέμενε σταθερά υψηλό, αγγίζοντας περίπου τους επτά στους δέκα πολίτες, η πτώση έκτοτε υπήρξε κατακόρυφη. Σήμερα, το ποσοστό των Ελλήνων που δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται πολύ ή πάρα πολύ για τις ειδήσεις έχει περιοριστεί στο 47%, σημειώνοντας ιστορικό χαμηλό. Αντίθετα, όσοι δηλώνουν ότι δεν ενδιαφέρονται καθόλου έχουν τριπλασιαστεί σε σχέση με το 2016, φτάνοντας πλέον το 14%.
Η υποχώρηση αυτή αποτυπώνεται έντονα και στη συχνότητα με την οποία οι πολίτες αναζητούν πληροφορίες. Αν και η πλειοψηφία του κοινού (81%) συνεχίζει να ενημερώνεται τουλάχιστον μία φορά την ημέρα, μια συνεχώς διευρυνόμενη μειοψηφία της τάξης του 19% έχει πάψει να ενημερώνεται σε καθημερινή βάση. Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις στις παραγωγικές ηλικίες κάτω των 35 ετών, όπου το ποσοστό όσων δεν ανοίγουν καθημερινά κάποια ειδησεογραφική πηγή αγγίζει το 37%.
Παράλληλα, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε πρωταθλήτρια στην ενεργή αποφυγή των ειδήσεων. Το 81% του ελληνικού δείγματος παραδέχεται ότι επιλέγει συνειδητά να κλείνει την τηλεόραση ή να προσπερνά ενημερωτικές ιστοσελίδες «μερικές φορές» ή «συχνά». Οι πολίτες φαίνεται πως γυρίζουν την πλάτη κυρίως σε θέματα που προκαλούν αρνητικά συναισθήματα, όπως οι πολεμικές συγκρούσεις, η εγκληματικότητα και τα ζητήματα υγείας, ενώ καταγράφεται και μια εντυπωσιακή υποχώρηση του ενδιαφέροντος για τις πολιτικές και τις διεθνείς ειδήσεις.
Διεύρυνση των κοινωνικών και ταξικών ανισοτήτων
Η απομάκρυνση από την ενημέρωση δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο όλα τα στρώματα της κοινωνίας, γεγονός που, σύμφωνα με τους αναλυτές της διαΝΕΟσις, εντείνει τις υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες. Το χάσμα διευρύνεται κυρίως με βάση το μορφωτικό επίπεδο και τη σχέση των πολιτών με το πολιτικό σύστημα.
Ενώ στους κατόχους πανεπιστημιακών τίτλων η μείωση του ενδιαφέροντος για την επικαιρότητα ήταν σχετικά ήπια κατά την τελευταία δεκαετία, στους μη πτυχιούχους η πτώση υπήρξε ραγδαία, δημιουργώντας ένα έντονο ταξικό χάσμα στην πρόσβαση στην πληροφορία. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αποστασιοποίηση των πολιτών που δηλώνουν αδυναμία ή άρνηση να τοποθετηθούν στον παραδοσιακό πολιτικό άξονα μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Σε αυτή την ομάδα, η οποία αποτελεί το 25% του πληθυσμού, το ενδιαφέρον για τις ειδήσεις κατέρρευσε, καθώς σχεδόν ένας στους τρεις πλέον δεν ενημερώνεται καθημερινά.
Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, το κοινό που επιμένει να παρακολουθεί τις ειδήσεις γίνεται όλο και πιο ομοιογενές, αποτελούμενο κυρίως από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, υψηλότερης μόρφωσης και με ήδη ισχυρά διαμορφωμένη πολιτική ταυτότητα, εντείνοντας τους κινδύνους για την πολιτική πόλωση.
Η Ευρωπαϊκή πρωτιά στην Τεχνητή Νοημοσύνη και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης
Η μεταβολή των συνηθειών αποτυπώνεται ανάγλυφα και στη στροφή προς τις νέες τεχνολογίες. Η έρευνα αποκαλύπτει ότι η χρήση εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης και ψηφιακών βοηθών για την εύρεση ειδήσεων στην Ελλάδα ανέρχεται στο 12%, ποσοστό που αποτελεί την υψηλότερη καταγεγραμμένη επίδοση ανάμεσα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα. Οι νεότερες γενιές εγκαταλείπουν τα παραδοσιακά μέσα και το Facebook, στρεφόμενες σε πλατφόρμες εικόνας και σύντομων βίντεο, όπως το Instagram και το TikTok, όπου όμως η ορατότητα των επαγγελματιών δημοσιογράφων είναι περιορισμένη και η ενημέρωση κυριαρχείται από δημιουργούς περιεχομένου και ψηφιακές προσωπικότητες.
Το πιο μελανό σημείο της έκθεσης αφορά το επίπεδο της αξιοπιστίας. Η εμπιστοσύνη των Ελλήνων προς τις ειδήσεις έχει υποχωρήσει στο δραματικό 18%, κατατάσσοντας τη χώρα μας στη δεύτερη χαμηλότερη θέση ανάμεσα στις 48 χώρες του διεθνούς δείγματος. Οι πολίτες εμφανίζονται βαθιά κυνικοί, θεωρώντας ότι οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί στερούνται αυτονομίας και εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα.
Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό της προσοχής σε εκατοντάδες ετερόκλητες ψηφιακές πηγές και τη σχεδόν μηδενική διάθεση των Ελλήνων να πληρώσουν για συνδρομητικό περιεχόμενο στο διαδίκτυο, απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η πεποίθηση του κοινού ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους εγκλωβίζει τη χώρα σε έναν φαύλο κύκλο καχυποψίας, ο οποίος υποσκάπτει τα θεμέλια της ενημέρωσης του εκλογικού σώματος και, κατ’ επέκταση, την ίδια τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
