Έρευνα πραγματοποίησε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών τον Ιανουάριο του 2026 στην καταναλωτική συμπεριφορά με έμφαση στον κλάδο των super markets. Παραθέτουμε τα εξαγόμενά της:
- Το 53% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ψωνίζει σε ένα super market ενώ το 47% δηλώνει ότι χρησιμοποιεί περισσότερες από μία εναλλακτικές επιλογές
- Η συχνότητα αγορών στις αλυσίδες super markets είναι 5,8 φορές τον μήνα. Οι περισσότεροι καταναλωτές δηλώνουν ότι ψωνίζουν τέσσερις φορές μηνιαίως. Το 83% των ερωτηθέντων ψωνίζει μέχρι οκτώ φορές μηνιαίως
- Η μέση δαπάνη στο super market εκτιμάται σε εβδομήντα ευρώ. Η μέση μηνιαία δαπάνη εκτιμάται στα 332 ευρώ. Το 75% των καταναλωτών δαπανά ως τετρακόσια ευρώ τον μήνα
- Το 91% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει προαποφασίσει τι είδη θα αγοράσει πριν πάει στο φυσικό ή ηλεκτρονικό super market
- Το 61% των καταναλωτών επιλέγει μάρκα μέσα στο κατάστημα την ώρα που ψωνίζει. Το ποσοστό των καταναλωτών που έχουν προαποφασίσει ποια μάρκα θα ψωνίσουν είναι το χαμηλότερο που έχει μετρηθεί ποτέ στα 21 χρόνια που διεξάγεται η έρευνα
- Η τιμή, η ποιότητα, οι προσφορές και η ελληνική προέλευση, είναι τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής προϊόντων, παραμένοντας στις πρώτες τέσσερις θέσεις των ετήσιων ερευνών του εργαστηρίου marketing του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
- Το 76% των ερωτηθέντων απάντησε ότι όταν βρίσκει ελληνικά προϊόντα στο super market, τα προτιμά από τα εισαγωγής. Το 62% πιστεύει ότι υπάρχει στροφή των καταναλωτών στα προϊόντα ελληνικής παραγωγής. Το 87% δηλώνει ότι θέλει να αναγράφεται στη συσκευασία ότι ένα προϊόν είναι ελληνικής παραγωγής. Το 65% πιστεύει ότι τα ελληνικά προϊόντα έχουν καλύτερη ασφάλεια και ποιότητα. Το 94% πιστεύει ότι προτιμώντας ελληνικά προϊόντα στηρίζει την παραγωγή της χώρας, ενώ το 88% πιστεύει ότι προτιμώντας ελληνικά προϊόντα βοηθά στη μείωση της ανεργίας
- Τέσσερις στους δέκα δηλώνουν ότι περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα προϊόντα, ενώ ένας στους δέκα καταναλωτές δηλώνει ότι δεν μπορεί να αγοράσει ούτε τα στοιχειώδη. Το 45% δηλώνει ότι περιορίζει την κατανάλωση κρέατος (από 36% πέρυσι), το 42% τα τυποποιημένα τρόφιμα (από 26% πέρυσι), το 52% τα αναψυκτικά (από 28% πέρυσι), το 44% τα αλκοολούχα ποτά (από 62% πέρυσι), ενώ ακόμη και το ψωμί και τα αρτοσκευάσματα εμφανίζουν αυξημένες περικοπές κατά 24% (από 11% πέρυσι)
- Σχεδόν τέσσερα στα δέκα προϊόντα που αγοράζονται είναι κωδικοί ιδιωτικής ετικέτας. Η πλειονότητα των καταναλωτών (58%) δηλώνει πολύ ικανοποιημένη ή ικανοποιημένη από τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και μόνο το 6% εκφράζει δυσαρέσκεια. Ουδέτερη στάση διατηρεί το 36% των ερωτηθέντων. Η συντριπτική πλειονότητα του δείγματος (74%) θεωρεί ότι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας έχουν καλύτερη τιμή, το 28% πιστεύει ότι είναι προϊόντα χειρότερης ποιότητας, το 55% ίδιας ποιότητας, ενώ το 17% τα θεωρεί ανώτερης ποιότητας από τις μάρκες των κατασκευαστών. Το 39% βρίσκει τις συσκευασίες των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας χειρότερες, το 9% καλύτερες και το 52% εφάμιλλες με εκείνες άλλων.
