Η ενέργεια υπήρξε διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα οικονομικό αγαθό. Στις κρίσιμες καμπές της ιστορίας μετατράπηκε σε μοχλό επιρροής, σε εργαλείο πίεσης, ακόμη και σε όπλο στρατηγικής αναμέτρησης. Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, πληρώνοντας το τίμημα μιας επιλογής που υποτίθεται ότι θα τη θωράκιζε απέναντι στους γεωπολιτικούς κινδύνους, αλλά στην πράξη απλώς μετέφερε την εξάρτηση από τον έναν πόλο στον άλλον.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία λειτούργησε ως βίαιη αφύπνιση. Η απότομη διακοπή των ρωσικών ροών φυσικού αερίου αποκάλυψε το εύθραυστο της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής και προκάλεσε ένα πρωτοφανές σοκ τιμών, με κοινωνικές και βιομηχανικές συνέπειες που έγιναν αισθητές σε ολόκληρη την ήπειρο. Η απάντηση των Βρυξελλών ήταν ταχεία, αποφασιστική, αλλά όχι απαραίτητα διορατική: η στροφή προς το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο παρουσιάστηκε ως λύση ανάγκης, όμως σταδιακά παγιώθηκε ως νέα κανονικότητα.
Από τη ρωσική εξάρτηση στην αμερικανική μονομέρεια
Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον κυρίαρχο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εξάρτηση αυτή δεν είναι απλώς ποσοτική, αλλά και πολιτική. Σε αντίθεση με τη ρωσική περίπτωση, όπου η ενεργειακή σχέση ελεγχόταν από ένα κρατικό μονοπώλιο, η νέα πραγματικότητα βασίζεται σε ένα πλέγμα ιδιωτικών συμβάσεων, το οποίο προσφέρει μεν μεγαλύτερη θεσμική ασφάλεια, αλλά δεν εξαλείφει τον στρατηγικό κίνδυνο.
Η Ουάσινγκτον διατηρεί την τελική πολιτική εξουσία επί των εξαγωγών της, ιδιαίτερα όταν επικαλείται λόγους εθνικής ασφάλειας. Το γεγονός αυτό αποκτά βαρύνουσα σημασία σε μια περίοδο όπου οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται, όχι μόνο από εμπορικές διαφωνίες, αλλά και από βαθύτερες αποκλίσεις στρατηγικών συμφερόντων. Η υπόθεση της Γροιλανδίας, όσο ακραία κι αν φάνηκε σε πρώτη ανάγνωση, ανέδειξε με ωμό τρόπο το εύρος των αμερικανικών πιέσεων και την προθυμία χρήσης κάθε διαθέσιμου μοχλού ισχύος.
Η ενέργεια, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί ως σιωπηλό διαπραγματευτικό χαρτί. Δεν χρειάζεται να διακοπούν άμεσα οι ροές για να παραχθεί πολιτικό αποτέλεσμα. Αρκεί η υπόνοια ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί.
Ο οικονομικός πόλεμος ως νέα κανονικότητα
Οι απειλές για επιβολή δασμών και τα ευρωπαϊκά αντίμετρα συνθέτουν ένα σκηνικό οικονομικού πολέμου χαμηλής έντασης, ο οποίος όμως έχει τη δυναμική να κλιμακωθεί. Για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι οι παραδοσιακοί της σύμμαχοι δεν δρουν πλέον αποκλειστικά στο πλαίσιο κοινών αξιών, αλλά με γνώμονα την ωμή προάσπιση των εθνικών τους συμφερόντων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή εξάρτηση μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής και συλλογικής ασφάλειας. Δεν πρόκειται απλώς για το κόστος της ενέργειας ή την επάρκεια των αποθεμάτων, αλλά για τη δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής χωρίς τον φόβο έμμεσων εκβιασμών.
Μαθήματα από το παρελθόν
Η εμπειρία της ρωσικής κρατικής εταιρείας φυσικού αερίου αποτελεί ένα σαφές προειδοποιητικό παράδειγμα. Η απόπειρα χρήσης της ενέργειας ως εργαλείου καταναγκασμού είχε βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο, αλλά μακροπρόθεσμα αποδείχθηκε αυτοκαταστροφική, καθώς επιτάχυνε τη φυγή των πελατών και τη συρρίκνωση των εσόδων. Αυτό το ιστορικό προηγούμενο λειτουργεί ανασχετικά και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες γνωρίζουν ότι μια απότομη ρήξη θα έπληττε και τη δική τους ενεργειακή βιομηχανία.
Ωστόσο, η ύπαρξη αμοιβαίων εξαρτήσεων δεν συνιστά από μόνη της ασπίδα. Σε περιόδους έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, οι οικονομικές απώλειες συχνά θεωρούνται αποδεκτό τίμημα για την επίτευξη στρατηγικών στόχων.
Το ευρωπαϊκό στοίχημα της αυτονομίας
Η συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση αποκτά έτσι νέα διάσταση. Οι ανανεώσιμες πηγές και η πυρηνική ενέργεια δεν αποτελούν μόνο εργαλεία αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, αλλά βασικούς πυλώνες γεωπολιτικής ανεξαρτησίας. Παράλληλα, η επανεξέταση των εγχώριων ενεργειακών πόρων, όσο πολιτικά δύσκολη κι αν είναι, επανέρχεται στο προσκήνιο ως αναγκαίο κακό.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Είτε θα επενδύσει συστηματικά στην ενεργειακή της αυτονομία, αποδεχόμενη το κόστος και τις αντιφάσεις της μετάβασης, είτε θα συνεχίσει να μετακινεί την εξάρτησή της από κέντρο σε κέντρο, ελπίζοντας ότι οι γεωπολιτικοί άνεμοι θα παραμείνουν ούριοι.
Η ιστορία, όμως, δείχνει ότι η ενέργεια σπάνια συγχωρεί τέτοιες αυταπάτες. Και αυτή τη φορά, το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό για το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
