Η ιστορία αρχίζει το 2018, όταν η Ελλάδα καθιέρωσε τέλος περιβαλλοντικού χαρακτήρα για τις πλαστικές σακούλες μεταφοράς μιας χρήσης, εναρμονιζόμενη με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2015/720.
Από την 1η Ιανουαρίου του 2018 οι καταναλωτές δεν μπορούσαν πλέον να πάρουν δωρεάν πλαστικές σακούλες στα καταστήματα, καθώς εφαρμόστηκε χρέωση τεσσάρων λεπτών για τις λεπτές πλαστικές σακούλες, με στόχο τη μείωση της χρήσης τους και την προώθηση επαναχρησιμοποιούμενων εναλλακτικών. Αυτή η χρέωση αυξήθηκε σε εννιά λεπτά από το 2019 και επέφερε σημαντική μείωση στις λεπτές σακούλες , αλλά αύξησε τη χρήση παχύτερων -θεωρητικά επαναχρησιμοποιήσιμων- που δεν υπάγονται στην ίδια χρέωση.
Για τα πλαστικά καλαμάκια, η Ελλάδα ακολούθησε την ευρωπαϊκή οδηγία για τα πλαστικά μιας χρήσης με έναν πιο καθαρό, απαγορευτικό κανόνα: Από τον Ιούλιο του 2021 απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά και η χρήση πλαστικών καλαμακιών και άλλων εννιά πλαστικών προϊόντων μιας χρήσης, μεταξύ των οποίων πλαστικά πιάτα, μαχαιροπίρουνα, δοχεία και αναδευτήρες.
Ωστόσο, στην πράξη υπάρχουν παραθυράκια και δυσλειτουργίες. Για παράδειγμα, έχουν εντοπιστεί στην αγορά επαναχρησιμοποιούμενα πλαστικά καλαμάκια που πωλούνται ως «εναλλακτική λύση» χωρίς σαφή πιστοποίηση, αναδεικνύοντας θέματα ελέγχου συμμόρφωσης και εποπτείας της αγοράς. Επίσης, κάποιες επιχειρήσεις θεώρησαν καλό να επιστρέψουν σιωπηλά στα πλαστικά καλαμάκια, αφού οι έλεγχοι είναι από υποτυπώδεις μέχρι παντελώς ανύπαρκτοι!…
Παρά τη νομοθεσία, η μείωση της χρήσης δεν ήταν τόσο αποτελεσματική όσο θα περίμενε κανείς. Μελέτες δείχνουν ότι η συνολική κατανάλωση σε κάποιες καταγραφές έφτασε στις 83–95 σακούλες ετησίως ανά άτομο τα τελευταία χρόνια, πολύ πάνω από τον στόχο των λιγότερων από σαράντα ανά άτομο ως το 2025 που είχε τεθεί.
Η χρέωση των πλαστικών σακουλών ξεκίνησε με περιβαλλοντικό τέλος για να μειώσει τη χρήση τους, ενώ η απαγόρευση πλαστικών καλαμακιών και άλλων προϊόντων μιας χρήσης στοχεύει σε πιο ξεκάθαρη κατάργηση της διάθεσης αυτών των πλαστικών. Στην πράξη, τα μέτρα αυτά έχουν αλλάξει σε κάποιο βαθμό τις καταναλωτικές συνήθειες, αλλά η συμμόρφωση και η αποδοχή από τον κόσμο και την αγορά παραμένουν θέματα κρίσιμης σημασίας -και ένας καλός δείκτης ενδιαφέροντος ή αδιαφορίας- για το περιβάλλον.
