Δέκα χρόνια μετά την υιοθέτηση της Συμφωνίας του Παρισιού, η παγκόσμια προσπάθεια για την αποφυγή της ανεξέλεγκτης υπερθέρμανσης έχει σημειώσει σημαντικά βήματα, αλλά παραμένει μακριά από την απαιτούμενη πορεία. Η συμφωνία λειτούργησε ως ορόσημο που άλλαξε τη στάση των κρατών απέναντι στις εκπομπές και την ενεργειακή μετάβαση. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει ότι ο ρυθμός προόδου είναι ανεπαρκής.
Η θερμοκρασία ανεβαίνει πέρα από το όριο του 1,5°C
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ αναγνώρισε φέτος για πρώτη φορά ότι ο πλανήτης θα ξεπεράσει προσωρινά το όριο του 1,5°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Παρότι τόνισε ότι αυτή η υπέρβαση μπορεί να αναστραφεί έως το τέλος του αιώνα, η προειδοποίηση καταδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στους στόχους και την πραγματικότητα.
Το νομικά δεσμευτικό πλαίσιο της Συμφωνίας προβλέπει συγκράτηση της ανόδου «σαφώς κάτω από τους 2°C» και προσπάθεια να περιοριστεί στο 1,5°C. Δέκα χρόνια μετά, η προβλεπόμενη άνοδος έχει μειωθεί σε σχέση με το 2015, αλλά εξακολουθεί να κινείται σε επικίνδυνα επίπεδα.
Η πρόοδος στις εκπομπές και οι νέοι στόχοι
Όταν υπογράφηκε η Συμφωνία, καμία χώρα δεν είχε δεσμευτεί για μηδενικές καθαρές εκπομπές. Σήμερα, σχεδόν το 70% των παγκόσμιων εκπομπών καλύπτεται από αντίστοιχες δεσμεύσεις. Οι εθνικές πολιτικές έχουν γίνει αυστηρότερες και οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι εκπομπές μπορεί να κορυφωθούν πριν από το 2030.
Παρά ταύτα, η μείωση δεν επαρκεί για την επίτευξη της σταθεροποίησης της θερμοκρασίας. Ακόμη και με την πλήρη εφαρμογή των εθνικών σχεδίων, η θέρμανση αναμένεται να φτάσει περίπου τους 2,3–2,5°C.
Τα μεγάλα εμπόδια
Κανένας από τους βασικούς δείκτες δράσης που παρακολουθούν διεθνείς οργανισμοί δεν βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης των στόχων για το τέλος της δεκαετίας. Η διακοπή της μόνιμης αποψίλωσης, η σταδιακή κατάργηση του άνθρακα και η αύξηση της κλιματικής χρηματοδότησης βρίσκονται σημαντικά πίσω.
Ταυτόχρονα, η δημόσια στήριξη στα ορυκτά καύσιμα αυξάνεται, ενώ ορισμένες κρίσιμες μεταρρυθμίσεις – όπως η απανθρακοποίηση της βαριάς βιομηχανίας ή η μείωση της εξάρτησης από τα ιδιωτικά αυτοκίνητα – έχουν ουσιαστικά σταματήσει. Η πολιτική δυναμική παραμένει αδύναμη, καθώς χώρες με ισχυρή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα αντιστέκονται σε πιο δεσμευτικές συμφωνίες.
Εκεί όπου η Συμφωνία αποδίδει
Παρά τις δυσκολίες, το αποτύπωμα της Συμφωνίας είναι εμφανές. Οι κλιματικοί νόμοι έχουν υπερτριπλασιαστεί από το 2015, ενώ η καθαρή ενέργεια αναπτύσσεται με εκρηκτικούς ρυθμούς. Οι ανανεώσιμες πηγές έχουν ξεπεράσει τον άνθρακα ως κύρια πηγή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς καθαρής ενέργειας έχει αυξηθεί περισσότερο από δύο φορές και συνεχίζει να ανεβαίνει.
Τα ηλεκτρικά οχήματα έχουν αναπτυχθεί πολύ ταχύτερα από τις προβλέψεις, παρότι ο κλάδος παραμένει εκτός τροχιάς για τον στόχο του 1,5°C. Η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων και οι οικονομικές απώλειες φαίνεται να ενισχύουν σταδιακά την πολιτική αποφασιστικότητα.
Το μέλλον της Συμφωνίας
Η επόμενη φάση της διεθνούς προσπάθειας βασίζεται στην αναθεώρηση των εθνικών σχεδίων για το κλίμα. Παρά τις καθυστερήσεις, αρκετές χώρες έχουν ήδη υποβάλει νέες δεσμεύσεις, και οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι παγκόσμιες εκπομπές μπορεί να μειωθούν κατά 10% έως το 2035.
Ωστόσο, για να διατηρηθεί ζωντανή η προοπτική του 1,5°C, απαιτείται μείωση κατά 60% μέχρι το ίδιο έτος. Το χάσμα παραμένει τεράστιο και η ανάγκη για άμεση δράση πιο επιτακτική από ποτέ.
Την ίδια στιγμή, προχωρά η ενεργοποίηση του νέου διεθνούς ταμείου για τις απώλειες και τις ζημιές, που θα στηρίξει τις πιο ευάλωτες χώρες απέναντι στα ήδη ορατά πλήγματα της κλιματικής κρίσης.
Η Συμφωνία του Παρισιού δεν έχει αποτύχει. Αντίθετα, έχει αλλάξει την κατεύθυνση της παγκόσμιας πολιτικής, περιορίζοντας την προβλεπόμενη αύξηση της θερμοκρασίας και επιταχύνοντας την ενεργειακή μετάβαση. Όμως η απόσταση ανάμεσα στη φιλοδοξία και την πράξη παραμένει μεγάλη.
Το ερώτημα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι αν η Συμφωνία λειτουργεί, αλλά αν οι κυβερνήσεις θα κινηθούν αρκετά γρήγορα ώστε να προλάβουν το παράθυρο ευκαιρίας που στενεύει.
