Η ανακοίνωση του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για την καθολική απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από την 1η Ιανουαρίου 2027, άνοιξε έναν ασκό του Αιόλου που υπερβαίνει τα όρια της παιδικής προστασίας. Ενώ η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως μια «δύσκολη αλλά απαραίτητη» παρέμβαση απέναντι στον ψηφιακό εθισμό και το άγχος της σύγκρισης, στην κοινωνία και τον τεχνολογικό κλάδο διεξάγεται μια σκληρή μάχη επιχειρημάτων ανάμεσα στην ηθική ευθύνη και την ατομική ελευθερία.
Το φρένο στον εθιστικό σχεδιασμό
Η επιχειρηματολογία του Μαξίμου εδράζεται στην παραδοχή ότι τα social media έχουν μετατραπεί σε έναν «αόρατο εχθρό» για την ψυχική υγεία των εφήβων. Στο βίντεο-μήνυμά του, ο Πρωθυπουργός στάθηκε στο μοντέλο κέρδους των πλατφορμών, το οποίο βασίζεται στην προσκόλληση των χρηστών στην οθόνη. Οι υποστηρικτές του μέτρου τονίζουν ότι ο εγκέφαλος ενός παιδιού κάτω των 15 ετών δεν διαθέτει τους μηχανισμούς άμυνας απέναντι στον αλγοριθμικό βομβαρδισμό, ο οποίος προκαλεί διαταραχές ύπνου, κοινωνικό άγχος και κατάθλιψη.
Παράλληλα, η επιστολή προς την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογραμμίζει τη φιλοδοξία της Αθήνας να ηγηθεί μιας πανευρωπαϊκής προσπάθειας. Η χρήση εργαλείων όπως το «KidsWallet» και η επαλήθευση ηλικίας ανά εξάμηνο παρουσιάζονται ως η μόνη ρεαλιστική λύση απέναντι σε εταιρείες-κολοσσούς που, μέχρι σήμερα, φαίνεται να αγνοούν τις επιπτώσεις των προϊόντων τους στις νεότερες γενιές.
Οι επιφυλάξεις: Το τέλος της ανωνυμίας και ο κίνδυνος ελέγχου
Στον αντίποδα, μια ισχυρή μερίδα ειδικών και χρηστών εκφράζει βαθιά ανησυχία για τον «παρεμβατικό» χαρακτήρα του νόμου. Το κεντρικό επιχείρημα εδώ είναι ότι η ταυτοποίηση της ηλικίας απαιτεί τη μεταφόρτωση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων —όπως η αστυνομική ταυτότητα— σε διακομιστές που συχνά βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κίνδυνος διαρροής αυτών των εγγράφων ή η χρήση τους για προσωποποιημένη χειραγώγηση και προπαγάνδα είναι, σύμφωνα με τους επικριτές, εξαιρετικά υψηλός.
Επιπλέον, τίθεται το ζήτημα της ψηφιακής ανωνυμίας. Πολλοί βλέπουν πίσω από το μέτρο μια προσπάθεια σύνδεσης της φυσικής ταυτότητας του πολίτη με κάθε διαδικτυακή του δραστηριότητα. Σε μια εποχή που η νεολαία ενημερώνεται και πολιτικοποιείται κυρίως μέσω των social media, η απαγόρευση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως ένα «φιλτράρισμα» της πληροφόρησης, αποκόπτοντας τους νέους από κανάλια κριτικής προς την εκάστοτε εξουσία.
Η ειρωνεία της απαγόρευσης και η αναζήτηση εναλλακτικών
Πολλοί, μάλιστα, διερωτώνται σκωπτικά αν η επόμενη κίνηση θα είναι η απαγόρευση των γλυκών ή των λιπαρών τροφών επειδή «βλάπτουν την υγεία». Το επιχείρημα εδώ είναι απλό: η απαγόρευση δεν υποκαθιστά την παιδεία. Οι πολέμιοι του μέτρου υποστηρίζουν ότι αντί για οριζόντιους αποκλεισμούς, το Κράτος θα έπρεπε να επενδύσει στην εκπαίδευση των γονέων και στην ενίσχυση δομών όπως οι παιδότοποι και τα νηπιαγωγεία.
Αντί για την κρατική επιβολή, προτείνεται η χρήση υπαρχόντων εργαλείων γονικού ελέγχου, όπως το Family Link, σε συνδυασμό με πιο ευέλικτα ωράρια εργασίας για τους γονείς, ώστε να έχουν τον απαιτούμενο χρόνο να επιβλέπουν οι ίδιοι την ψηφιακή ζωή των παιδιών τους.
Ένα πείραμα με αβέβαιο αποτέλεσμα
Η Ελλάδα εισέρχεται σε αχαρτογράφητα νερά. Αν το μέτρο αποδώσει, θα θεωρηθεί μια ιστορική νίκη έναντι της τεχνολογικής ασυδοσίας. Αν όμως αποτύχει ή αν χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο ψηφιακού ελέγχου, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο «ψηφιακό τείχος» που θα στερήσει από τους νέους τη δημιουργικότητα και την ελευθερία, χωρίς τελικά να τους προστατεύσει από τους κινδύνους που η ίδια η κοινωνία δεν κατάφερε να επιλύσει στον φυσικό κόσμο.
