Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον ενός δυσεπίλυτου διλήμματος που θέτει σε δοκιμασία τη συνοχή της περιβαλλοντικής της πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η επιτακτική ανάγκη για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα απαιτεί τεράστιες ποσότητες κρίσιμων πρώτων υλών, όπως το λίθιο και οι σπάνιες γαίες, που είναι απαραίτητες για την κατασκευή μπαταριών και ανεμογεννητριών. Από την άλλη πλευρά, η προσπάθεια για εξασφάλιση αυτών των υλικών εντός των ευρωπαϊκών συνόρων έρχεται σε άμεση σύγκρουση με την προστασία των τελευταίων παρθένων οικοσυστημάτων της ηπείρου.
Η σύγκρουση δύο πράσινων στόχων
Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για τις κρίσιμες πρώτες ύλες στοχεύει στη μείωση της εξάρτησης από τρίτες χώρες, προωθώντας την εγχώρια εξόρυξη και επεξεργασία. Ωστόσο, πολλά από τα κοιτάσματα που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας βρίσκονται εντός ή πλησίον προστατευόμενων περιοχών, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και τοπικές κοινωνίες. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από τις Βρυξέλλες είναι αν η προστασία του κλίματος σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να δικαιολογήσει την καταστροφή της βιοποικιλότητας σε τοπικό επίπεδο.
Η επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης για νέα μεταλλεία, που προωθείται ως λύση για την ενεργειακή αυτονομία, ερμηνεύεται από πολλούς ως υποχώρηση από τις αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές που η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση θέσπισε. Η ανησυχία εστιάζεται στο ενδεχόμενο οι νέες ρυθμίσεις να παρακάμψουν τις απαραίτητες μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, θυσιάζοντας ευαίσθητα ενδιαιτήματα στον βωμό της ταχείας ενεργειακής μετάβασης.
Η κοινωνική διάσταση και η τοπική αντίσταση
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικολογικό αλλά και βαθιά κοινωνικό. Σε πολλές ευρωπαϊκές περιοχές, από τη Σκανδιναβία μέχρι την Ιβηρική Χερσόνησο, οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν την προοπτική μετατροπής του τόπου τους σε μεταλλευτικές ζώνες με σκεπτικισμό και φόβο. Η υπόσχεση για νέες θέσεις εργασίας συχνά δεν αρκεί για να κατευνάσει τις ανησυχίες για τη μόλυνση των υδάτινων πόρων και την υποβάθμιση του τοπίου.
Η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει ένα μοντέλο εξόρυξης που σέβεται τις τοπικές κοινωνίες και το περιβάλλον, αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος. Η έννοια της «δίκαιης μετάβασης» δοκιμάζεται στην πράξη, καθώς η ανάγκη για πρώτες ύλες συγκρούεται με το δικαίωμα των πολιτών σε ένα καθαρό και προστατευμένο περιβάλλον. Η διαφάνεια στις αποφάσεις και η ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών φορέων αναδεικνύονται σε καθοριστικούς παράγοντες για την αποδοχή των νέων έργων.
Αναζητώντας τη χρυσή τομή
Η επίλυση αυτού του αδιεξόδου απαιτεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση που θα υπερβαίνει τη στείρα αντιπαράθεση μεταξύ εξόρυξης και προστασίας. Η επένδυση στην κυκλική οικονομία και την ανακύκλωση μετάλλων θα μπορούσε να μειώσει την ανάγκη για νέα μεταλλεία, αν και οι ειδικοί προειδοποιούν ότι στην παρούσα φάση η ανακύκλωση μόνη της δεν επαρκεί για να καλύψει την εκρηκτική ζήτηση.
Παράλληλα, η τεχνολογική καινοτομία στις μεθόδους εξόρυξης μπορεί να περιορίσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, καθιστώντας τις δραστηριότητες αυτές λιγότερο παρεμβατικές. Τελικά, η επιτυχία της πράσινης μετάβασης θα κριθεί από την ικανότητα της Ευρώπης να διατηρήσει την περιβαλλοντική της ακεραιότητα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τους πόρους που θα της επιτρέψουν να ηγηθεί της μάχης κατά της κλιματικής αλλαγής. Η ισορροπία είναι λεπτή και οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα καθορίσουν το οικολογικό και οικονομικό πρόσωπο της ηπείρου για τις επόμενες δεκαετίες.
