Σ’ ένα ήσυχο πάρκο στο κέντρο της πόλης, ένας νεαρός άντρας κάθεται σε ένα παγκάκι και κοιτάζει το κινητό του. Μιλάει χαμηλόφωνα, σαν να συνομιλεί με κάποιον ακριβώς δίπλα του. Όμως κανείς δεν είναι εκεί. «Δεν ξέρω πια αν αυτές οι σκέψεις είναι δικές μου», λέει. Ο συνομιλητής του είναι μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης που τον «ακούει» καθημερινά, τον παρηγορεί, του δίνει συμβουλές. Λίγο πιο πέρα, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα διαβάζει στο tablet της ένα κείμενο που η ίδια έγραψε — ή έτσι πιστεύει. Στην πραγματικότητα, το μισό κείμενο έχει προστεθεί από το ψηφιακό πρόγραμμα που χρησιμοποιεί, χωρίς καν να το καταλάβει.
Αυτές οι εικόνες δεν είναι ούτε σπάνιες ούτε περίεργες. Είναι η νέα καθημερινότητα. Και δείχνουν πώς η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει αθόρυβα όχι μόνο τη συμπεριφορά μας, αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας.
Όταν η τεχνολογία μπαίνει στο μυαλό μας
Για δεκαετίες η σχέση μας με τις συσκευές ήταν απλή: τις χρησιμοποιούσαμε. Τώρα, κάτι αλλάζει. Οι εφαρμογές αρχίζουν να προβλέπουν τις ανάγκες μας, να «μαθαίνουν» τις συνήθειες και τις αδυναμίες μας, να απαντούν πριν καν διατυπώσουμε την ερώτηση. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ψυχολογική μετάβαση που κανένας προηγούμενος αιώνας δεν γνώρισε.
Πολλοί άνθρωποι νιώθουν πλέον ότι η τεχνητή νοημοσύνη τούς καταλαβαίνει καλύτερα από τους δικούς τους ανθρώπους. Άλλοι συγκρίνουν τις επιδόσεις τους με τις μηχανές και αισθάνονται πιο αργοί, πιο αδύναμοι, πιο «λίγοι». Και υπάρχουν και εκείνοι που χωρίς να το συνειδητοποιούν, αφήνουν τις εφαρμογές να επηρεάζουν τον τρόπο που αισθάνονται, που σκέφτονται, ακόμη και τον τρόπο που θυμούνται.
Η απώλεια της «ανθρώπινης στιγμής»
Παρά τις εντυπωσιακές δυνατότητες των συστημάτων, κάτι βαθιά ανθρώπινο χάνεται. Οι συνομιλίες με τις μηχανές είναι σταθερές, ήρεμες, αλάνθαστες. Αυτό όμως που λείπει είναι η παύση, η αμηχανία, το τρεμόπαιγμα στη φωνή. Αυτά τα μικρά «λάθη» που κάνουν μια σχέση αληθινή.
Οι ψυχολόγοι λένε πως η ανθρώπινη παρουσία δεν αντικαθίσταται από μια ψηφιακή προσομοίωση. Γιατί η τρυφερότητα, η συμπόνοια, η αληθινή ανταπόκριση δεν είναι δεδομένα που εισάγονται σε ένα σύστημα. Γεννιούνται από δύο ζωντανούς ανθρώπους που συναντιούνται.
Μια πρόκληση για την ταυτότητα
Η τεχνητή νοημοσύνη μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε ποιοι είμαστε. Όταν ένα πρόγραμμα μπορεί να γράψει μια έκθεση καλύτερα από εμάς, να οργανώσει τις σκέψεις μας, να δώσει λύσεις, να προβλέψει το συναίσθημά μας, τότε η ερώτηση «τι είναι μοναδικό σε μένα;» γίνεται ξαφνικά δύσκολη.
Οι ειδικοί μιλούν για μια νέα εποχή σύγχυσης. Άνθρωποι νιώθουν λιγότερο δημιουργικοί, γιατί συγκρίνονται με εργαλεία που επεξεργάζονται δεδομένα εκατομμύρια φορές γρηγορότερα. Άλλοι αναπτύσσουν εξάρτηση και δεν μπορούν να πάρουν απόφαση χωρίς μια «δεύτερη γνώμη» από την εφαρμογή τους. Κάποιοι αισθάνονται ότι χάνουν την ανεξαρτησία της σκέψης τους.
Υπόσχεση και κίνδυνος
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ούτε σωτήρας ούτε απειλή. Είναι ένα εργαλείο με τεράστιες δυνατότητες. Μπορεί να προσφέρει ψυχολογική στήριξη σε ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση σε ειδικούς. Μπορεί να βοηθήσει παιδιά που δυσκολεύονται στο σχολείο, ηλικιωμένους που ζουν μόνοι, εργαζόμενους που θέλουν να μάθουν κάτι νέο.
Παράλληλα όμως μπορεί να ενισχύσει την απομόνωση, να διαβρώσει τη διάθεση για προσπάθεια, να αντικαταστήσει βαθιές ανθρώπινες εμπειρίες με απλές ψηφιακές μιμήσεις.
Το μεγάλο ερώτημα
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια καμπή. Η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει κομμάτι της σκέψης μας ή θα παραμείνει εργαλείο στα χέρια μας; Θα μάθουμε να διακρίνουμε τι είναι ανθρώπινο και τι είναι παραγόμενο από μηχανή; Θα κρατήσουμε ζωντανή την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή;
Το βέβαιο είναι ένα: η νέα τεχνολογική πραγματικότητα δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο που δουλεύουμε και επικοινωνούμε. Αλλάζει τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας. Και αυτή ίσως να είναι η πιο βαθιά αλλαγή απ’ όλες.
