Σε εφαρμογή τίθεται στο Ηνωμένο Βασίλειο μία από τις πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας των τελευταίων δεκαετιών, με στόχο τον δραστικό περιορισμό της έκθεσης των παιδιών σε διαφημίσεις ανθυγιεινών τροφίμων. Η νέα νομοθεσία απαγορεύει τη διαφήμιση προϊόντων με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλάτι και κορεσμένα λιπαρά στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο από τις 5.30 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, ενώ στα ψηφιακά μέσα και τα κοινωνικά δίκτυα η απαγόρευση ισχύει καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο. Οι μόνες εξαιρέσεις αφορούν υπαίθριες μορφές προβολής, όπως στάσεις λεωφορείων και βιτρίνες καταστημάτων.
Μια δύσκολη πολιτική απόφαση
Η απόφαση δεν ήρθε αιφνιδιαστικά. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτικής διαδικασίας που ξεκίνησε πριν από σχεδόν τρία χρόνια και συνοδεύτηκε από έντονες αντιδράσεις της βιομηχανίας τροφίμων και της διαφημιστικής αγοράς. Τα Βρετανικά μέσα τα προηγούμενα χρόνια κατέγραψαν επανειλημμένα τις πιέσεις για αναβολές και εξαιρέσεις, με το επιχείρημα ότι θα πληγεί η οικονομική δραστηριότητα και τα έσοδα των μέσων ενημέρωσης.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, φαίνεται να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κόστος της αδράνειας είναι μεγαλύτερο. Το επιχείρημα ότι η οικονομία δεν αντέχει τέτοιους περιορισμούς αντιπαραβάλλεται πλέον ευθέως με την πραγματικότητα ενός συστήματος υγείας που επιβαρύνεται όλο και περισσότερο.
Στο επίκεντρο η παιδική παχυσαρκία
Η καρδιά της νομοθεσίας χτυπά στην παιδική παχυσαρκία, η οποία στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει εξελιχθεί σε δομικό κοινωνικό πρόβλημα. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περίπου ένα στα δέκα παιδιά ηλικίας 4 έως 5 ετών είναι παχύσαρκο, ενώ τα ποσοστά αυξάνονται όσο μεγαλώνει η ηλικία. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο υγειονομικό αλλά και βαθιά οικονομικό.
Το National Health Service δαπανά περισσότερα από 11 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως για παθήσεις που σχετίζονται με την παχυσαρκία, σε μια περίοδο που το σύστημα βρίσκεται ήδη υπό έντονη χρηματοδοτική πίεση. Για την κυβέρνηση, η πρόληψη δεν αποτελεί πλέον ιδεολογική επιλογή αλλά οικονομική αναγκαιότητα.
Τι προσδοκά το κράτος από το μέτρο
Οι εκτιμήσεις που συνοδεύουν τη νέα πολιτική είναι ιδιαίτερα φιλόδοξες. Υπολογίζεται ότι ο περιορισμός της διαφήμισης θα οδηγήσει σε μείωση άνω των 7 δισεκατομμυρίων θερμίδων ετησίως από τη διατροφή των παιδιών, αποτρέποντας περίπου 20.000 νέα περιστατικά παιδικής παχυσαρκίας. Σε οικονομικούς όρους, το δυνητικό όφελος για το NHS εκτιμάται έως και σε 2 δισεκατομμύρια λίρες τα επόμενα χρόνια.
Πρόκειται για έναν υπολογισμό που, ακόμη κι αν δεν επαληθευτεί πλήρως, δείχνει τη στρατηγική μετατόπιση της πολιτικής σκέψης: λιγότερη έμφαση στη θεραπεία, περισσότερη στην πρόληψη.
Ζάχαρη, δόντια και συνήθειες από την προσχολική ηλικία
Η παχυσαρκία δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Η υπερκατανάλωση ζάχαρης συνδέεται άμεσα και με σοβαρά ζητήματα οδοντικής υγείας. Ένα στα πέντε παιδιά κάτω των πέντε ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζει τερηδόνα ή άλλα οδοντικά προβλήματα, γεγονός που ενισχύει το επιχείρημα ότι οι διατροφικές συνήθειες διαμορφώνονται από πολύ νωρίς και επηρεάζονται άμεσα από το διαφημιστικό περιβάλλον.
Για τους ειδικούς, η διαφήμιση δεν λειτουργεί απλώς ενημερωτικά, αλλά εκπαιδευτικά – συχνά προς τη λάθος κατεύθυνση.
Ποια τρόφιμα μπαίνουν στο στόχαστρο
Η απαγόρευση καλύπτει δεκατρείς κατηγορίες τροφίμων. Εκτός από τις αναμενόμενες, όπως αναψυκτικά με ζάχαρη, σοκολάτες, μπισκότα, γλυκίσματα και παγωτά, περιλαμβάνονται και κατηγορίες που βρίσκονται στη «γκρίζα ζώνη», όπως πίτσες, σάντουιτς και έτοιμα γεύματα. Στις περιπτώσεις αυτές, η απαγόρευση ισχύει εφόσον τα προϊόντα πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία κριτήρια κινδύνου: υψηλά κορεσμένα λιπαρά, αυξημένη ζάχαρη ή αλάτι.
Η λογική είναι σαφής: δεν αρκεί ένα τρόφιμο να μοιάζει «κανονικό», σημασία έχει το διατροφικό του αποτύπωμα.
Πίεση στη βιομηχανία, όχι στο όνομα
Η βρετανική κυβέρνηση επιμένει ότι το μέτρο δεν είναι τιμωρητικό. Δεν στοχοποιεί συγκεκριμένες εταιρείες ή εμπορικά σήματα, αλλά επιχειρεί να ασκήσει έμμεση πίεση στη βιομηχανία τροφίμων ώστε να επανασχεδιάσει προϊόντα και συνταγές. Παρόμοια στρατηγική είχε ακολουθηθεί και με τον φόρο ζάχαρης στα αναψυκτικά, ο οποίος, σύμφωνα με ανεξάρτητες αξιολογήσεις, οδήγησε σε πραγματική μείωση της περιεκτικότητας ζάχαρης σε δεκάδες προϊόντα.
Ευρώπη, Ελλάδα και το μεγάλο ερώτημα
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το βρετανικό παράδειγμα αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το αν η αυτορρύθμιση της αγοράς επαρκεί. Χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία έχουν ήδη υιοθετήσει περιορισμούς στη διαφήμιση ανθυγιεινών τροφίμων προς παιδιά, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει κοινές κατευθύνσεις στο πλαίσιο της στρατηγικής «Farm to Fork». Το Ηνωμένο Βασίλειο, ωστόσο, επιλέγει μια πιο άμεση και δεσμευτική προσέγγιση.
Για την Ελλάδα, το θέμα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Παρά το αφήγημα της μεσογειακής διατροφής, τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας παραμένουν από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, ενώ η ψηφιακή έκθεση των παιδιών σε διαφημίσεις ανθυγιεινών τροφίμων είναι σχεδόν ανεξέλεγκτη. Το βρετανικό μοντέλο δείχνει ότι η πολιτική βούληση μπορεί να προηγηθεί της αγοράς και όχι να ακολουθεί τις πιέσεις της.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν τέτοιες παρεμβάσεις αρκούν από μόνες τους. Πιθανότατα όχι. Αποτελούν όμως ένα κρίσιμο πρώτο βήμα, που μετατοπίζει το βάρος από την ατομική ευθύνη στη συλλογική προστασία της υγείας. Και σε μια Ευρώπη που γερνά, πιέζεται υγειονομικά και δοκιμάζει τα όρια των συστημάτων της, αυτή η μετατόπιση ίσως αποδειχθεί καθοριστική.
