Νέα μελέτη υποδεικνύει ότι οι απότομες αυξήσεις σακχάρου μετά τα γεύματα σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ. Η ανεπαρκής ρύθμιση του σακχάρου έχει συνδεθεί με φλεγμονές στον εγκέφαλο, ενώ οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η σωστή διαχείριση των επιπέδων γλυκόζης μπορεί να προστατεύσει τη γνωστική υγεία καθώς μεγαλώνουμε.
Η νόσος Αλτσχάιμερ και οι σχετικές μορφές άνοιας επηρεάζουν περίπου επτά εκατομμύρια Αμερικανούς, αλλά οι επιστήμονες εξακολουθούν να μελετούν τα αίτια και τους τρόπους πρόληψης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό για τον διαβήτη και τον μεταβολισμό, τα άτομα που παρουσιάζουν υψηλές αυξήσεις σακχάρου μετά τα γεύματα διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης Αλτσχάιμερ.
Ο δρ Άντριου Μέισον, επικεφαλής της μελέτης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, σημειώνει ότι «σταδιακά αρχίζουμε να κατανοούμε τον μηχανισμό που συνδέει τα επίπεδα σακχάρου με την υγεία του εγκεφάλου». Η δρ Βίκι Γκάρφιλντ, συνσυγγραφέας της μελέτης, προσθέτει ότι «η διατήρηση σταθερού σακχάρου δεν είναι σημαντική μόνο για την πρόληψη του διαβήτη, αλλά και για τη μακροχρόνια προστασία της εγκεφαλικής λειτουργίας».
Γενετική ανάλυση συνδέει τις αυξήσεις σακχάρου με τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ
Για τη μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν γενετικά δεδομένα από περισσότερα από 350.000 άτομα ηλικίας 40 έως 69 ετών που συμμετείχαν στη βάση δεδομένων UK Biobank. Εστίασαν σε δείκτες που σχετίζονται με τον τρόπο που ο οργανισμός επεξεργάζεται τη γλυκόζη, όπως τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας, την παραγωγή ινσουλίνης και τα επίπεδα σακχάρου δύο ώρες μετά τα γεύματα.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα άτομα με γενετική προδιάθεση για υψηλά επίπεδα σακχάρου δύο ώρες μετά τα γεύματα είχαν 69% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο εμφάνισης άνοιας Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με όσους δεν διαθέτουν αυτή τη γενετική προδιάθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι 69 στα 100 άτομα θα εμφανίσουν τη νόσο, καθώς ο πραγματικός κίνδυνος εξαρτάται από την ηλικία και άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα, ένα άτομο με αρχικό κίνδυνο 5% τα επόμενα δέκα χρόνια θα ανέβαινε στο 8,5%, ενώ αν ο συνολικός κίνδυνος ζωής ήταν 20%, η γενετική προδιάθεση θα αύξανε τον απόλυτο κίνδυνο περίπου στο 34%.
Η σχέση διαβήτη και άνοιας
Ο διαβήτης περιγράφει μια σειρά καταστάσεων κατά τις οποίες ο οργανισμός δυσκολεύεται να επεξεργαστεί σωστά τη γλυκόζη. Η ανεπαρκής ρύθμιση του διαβήτη έχει συνδεθεί με την εμφάνιση Αλτσχάιμερ, γεγονός που ενισχύει την ύπαρξη γενετικής σχέσης μεταξύ μεταβολισμού και άνοιας. Παλαιότερες μελέτες έδειξαν ότι έως και το 81% των ατόμων με Αλτσχάιμερ έχουν επίσης διαβήτη τύπου 2.
Οι υψηλές τιμές σακχάρου σχετίζονται με οξειδωτικό στρες και βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου. Η αντίσταση στην ινσουλίνη —δηλαδή η μειωμένη απόκριση του οργανισμού στην ορμόνη που μεταφέρει τη γλυκόζη στα κύτταρα— συνδέεται με συσσώρευση αμυλοειδών πλακών στον εγκέφαλο, χαρακτηριστικό της νόσου Αλτσχάιμερ. Οι επιπτώσεις της υπεργλυκαιμίας επηρεάζουν, εκτός από τον εγκέφαλο, την καρδιά, τα νεφρά, τα νεύρα και τα μάτια.
Η σημασία του ελέγχου του προδιαβήτη
Τα ευρήματα υπογραμμίζουν πόσο κρίσιμη είναι η σωστή ρύθμιση του σακχάρου, ιδιαίτερα σε άτομα με διαβήτη ή προδιαβήτη. Η συνεργασία με τον γιατρό, η προσεκτική παρακολούθηση της διατροφής, η άσκηση και η χρήση φαρμάκων είναι απαραίτητα για την πρόληψη γνωστικής φθοράς με την πάροδο των ετών.
Σε όσους έχουν προδιαβήτη, δηλαδή υψηλή γλυκόζη πριν από την εμφάνιση διαβήτη, συνιστάται η συζήτηση με τον επαγγελματία υγείας για αλλαγές στη διατροφή και στον τρόπο ζωής. Ο καλός έλεγχος της γλυκόζης αποτελεί βασικό μέτρο για τη μείωση του κινδύνου γνωστικής φθοράς και για τη μακροχρόνια προστασία της εγκεφαλικής λειτουργίας.
