Την κυρίαρχη αντίληψη ότι ο τρόπος ζωής αποτελεί τον βασικό παράγοντα για τη μακροζωία έρχεται να ανατρέψει σε σημαντικό βαθμό μια νέα επιστημονική έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Science». Σύμφωνα με την έρευνα, η διάρκεια ζωής του ανθρώπου φαίνεται να εξαρτάται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη γενετική του προδιάθεση από ό,τι είχε εκτιμηθεί μέχρι σήμερα.
Η έρευνα βασίζεται σε εκτενή ανάλυση δεδομένων από δίδυμα αδέλφια και οικογένειες με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μακροζωίας. Επιχειρεί δε να απομονώσει τον ρόλο των γονιδίων από εξωτερικούς παράγοντες όπως οι ασθένειες, τα ατυχήματα ή οι κοινωνικές συνθήκες. Μέσα από σύνθετα στατιστικά μοντέλα, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι περισσότερο από το 50% των διαφορών στη διάρκεια ζωής μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να αποδοθεί στη γενετική.
Το βασικό εύρημα της έρευνας είναι ότι κάθε άνθρωπος φαίνεται να διαθέτει ένα είδος «γενετικής οροφής» όσον αφορά στη διάρκεια ζωής του. Ο υγιεινός τρόπος ζωής μπορεί να επηρεάσει αυτή τη διάρκεια, αλλά μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι συνήθειες όπως η διατροφή, η άσκηση ή το κάπνισμα, μπορούν να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν λίγα χρόνια από το προσδόκιμο ζωής, χωρίς όμως να αλλάξουν δραστικά τη συνολική πορεία.
Ένα κρίσιμο στοιχείο της ερευνητικής μεθοδολογίας ήταν η αφαίρεση παραγόντων που δεν σχετίζονται άμεσα με τη γήρανση, όπως οι λοιμώξεις ή τα ατυχήματα. Με αυτό τον τρόπο, οι ερευνητές προσπάθησαν να εντοπίσουν την «καθαρή» επίδραση της γενετικής στη διάρκεια ζωής, κάτι που σε προηγούμενες μελέτες δεν είχε επιτευχθεί στον ίδιο βαθμό. Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης ότι η επίδραση της γενετικής διαφέρει ανάλογα με την αιτία θανάτου. Για παράδειγμα, η άνοια φαίνεται να έχει ισχυρότερη γενετική βάση, ενώ ο καρκίνος επηρεάζεται λιγότερο από κληρονομικούς παράγοντες.
Η νέα εκτίμηση έρχεται σε αντίθεση με παλαιότερες έρευνες που υπολόγιζαν ότι η γενετική ευθύνεται για περίπου το 25% της διάρκειας ζωής. Η διαφορά αποδίδεται στο γεγονός ότι οι προηγούμενες αναλύσεις περιλάμβαναν και πρόωρους θανάτους από εξωτερικά αίτια, υποεκτιμώντας έτσι τον ρόλο των γονιδίων.
Παρά τη σημαντική έμφαση στη γενετική, οι ερευνητές δεν αμφισβητούν τη σημασία του τρόπου ζωής. Η υιοθέτηση υγιεινών συνηθειών εξακολουθεί να επηρεάζει την ποιότητα ζωής και μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση ασθενειών. Ωστόσο, η επίτευξη ακραίας μακροζωίας, όπως η υπέρβαση των ενενήντα ή εκατό ετών, φαίνεται να συνδέεται στενά με τη γενετική «κληρονομιά».
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι σαφές: Η ανθρώπινη μακροζωία δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα επιλογών ή συμπεριφορών, αλλά σε μεγάλο βαθμό μια βιολογική προδιάθεση που καθορίζεται από τη γέννηση. Ο τρόπος ζωής μπορεί να βελτιώσει τις πιθανότητες, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει πλήρως τα όρια που θέτει το γενετικό υπόβαθρο.
