Η δημόσια συζήτηση γύρω από το αλκοόλ διανύει μια παράδοξη περίοδο. Από τη μία πλευρά, οι κοινωνίες γίνονται ολοένα και πιο ανοιχτές όσον αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις της κατανάλωσης αλκοόλ στην υγεία, με πολλούς να αναζητούν τρόπους μείωσης ή και πλήρους αποχής. Από την άλλη, υπάρχει μια εκκωφαντική σιωπή γύρω από το κρίσιμο ζήτημα του εθισμού και, κυρίως, γύρω από τις διαθέσιμες ιατρικές θεραπείες που θα μπορούσαν να τον καταπολεμήσουν. Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης μονοπωλούν πρόσφατα ορισμένα ενέσιμα σκευάσματα για την απώλεια βάρους, τα οποία φαίνεται να περιορίζουν και την επιθυμία για ποτό, η πραγματική είδηση κρύβεται στην υποεκτίμηση των φαρμάκων που διαθέτουμε εδώ και δεκαετίες.
Η παράδοξη άγνοια γύρω από τις εγκεκριμένες θεραπείες
Σήμερα, η ιατρική φαρέτρα περιλαμβάνει τρεις βασικές εγκεκριμένες ουσίες για τη διαταραχή χρήσης αλκοόλ: τη ναλτρεξόνη, την ακαμπροσάτη και τη δισουλφιράμη. Παρά το γεγονός ότι αυτά τα φάρμακα κυκλοφορούν για πολλά χρόνια, είναι αποτελεσματικά και θεωρούνται ασφαλή από τους ειδικούς, παραμένουν στο περιθώριο. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό των ατόμων που διαγιγνώσκονται με εξάρτηση από το αλκοόλ λαμβάνει τη δέουσα φαρμακευτική αγωγή, τη στιγμή που σε άλλες χρόνιες παθήσεις, όπως ο διαβήτης, η πρόσβαση σε θεραπεία είναι σχεδόν καθολική.
Η πρόκληση έγκειται στην αντιμετώπιση του εθισμού ως μιας βιολογικής νόσου και όχι ως μιας ηθικής αδυναμίας ή έλλειψης βούλησης. Η ναλτρεξόνη, για παράδειγμα, λειτουργεί μπλοκάροντας το αίσθημα της ευφορίας που προκαλεί το αλκοόλ στον εγκέφαλο. Ο ασθενής μπορεί να πίνει, αλλά το ποτό παύει να του προσφέρει ικανοποίηση, με αποτέλεσμα η επιθυμία να φθίνει σταδιακά. Άλλες ουσίες στοχεύουν στην αποκατάσταση της χημικής ισορροπίας του εγκεφάλου ή προκαλούν δυσφορία σε περίπτωση κατανάλωσης, λειτουργώντας αποτρεπτικά.
Τα κοινωνικά εμπόδια και η στάση του ιατρικού κόσμου
Η αιτία αυτής της θεραπευτικής υστέρησης είναι σύνθετη και βαθιά ριζωμένη στο κοινωνικό σώμα. Ο αλκοολισμός παραμένει μια νόσος της άρνησης, όπου όχι μόνο ο ασθενής αλλά και ολόκληρη η κουλτούρα μας τείνει να τον υποβαθμίζει σε «κακή συνήθεια». Ακόμη και στο εσωτερικό του υγειονομικού συστήματος, πολλοί ιατροί δεν είναι επαρκώς εκπαιδευμένοι στη διαχείριση του εθισμού ή διστάζουν να ανοίξουν μια τόσο ευαίσθητη συζήτηση με τους ασθενείς τους.
Επιπλέον, καθώς τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα είναι πλέον κοινόχρηστα (γενόσημα) και χαμηλού κόστους, δεν υπάρχει η απαραίτητη εμπορική ώθηση ή διαφημιστική δαπάνη που θα τα έφερνε στο προσκήνιο. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: οι ασθενείς δεν τα γνωρίζουν, οι γιατροί δεν τα συνταγογραφούν και οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν επενδύουν σε περαιτέρω έρευνα, θεωρώντας την αγορά περιορισμένη.
Η ελπίδα για μια νέα αντιμετώπιση
Η πρόσφατη δημοσιότητα γύρω από τα νέα φάρμακα για τον μεταβολισμό και το βάρος ίσως αποτελέσει την αφορμή για μια αλλαγή παραδείγματος. Αυτά τα σκευάσματα έχουν ήδη εισέλθει στην πολιτισμική μας καθημερινότητα και η πιθανή αποτελεσματικότητά τους στον περιορισμό του αλκοόλ μπορεί να μειώσει το στίγμα που συνοδεύει τις φαρμακευτικές παρεμβάσεις για τον εθισμό.
Το πραγματικό στοίχημα, ωστόσο, παραμένει η αλλαγή της νοοτροπίας μας. Ο εθισμός στο αλκοόλ πρέπει να προσεγγιστεί με την ίδια σοβαρότητα και επιστημονική μεθοδολογία όπως η κατάθλιψη ή η υπέρταση. Στο παρελθόν, η κατάθλιψη θεωρούνταν προσωπική αποτυχία, μέχρι που η ιατρική πρόοδος την κατέστησε μια συζητήσιμη και αντιμετωπίσιμη κατάσταση. Η αναγνώριση από τις ρυθμιστικές αρχές ότι ακόμη και η απλή μείωση της κατανάλωσης —και όχι απαραίτητα η πλήρης αποχή— αποτελεί έγκυρο θεραπευτικό στόχο, είναι ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Η επιστήμη έχει προσφέρει τα εργαλεία, αυτό που εκκρεμεί είναι η συλλογική βούληση να τα χρησιμοποιήσουμε χωρίς προκαταλήψεις.
