Σημαντικές αδυναμίες στην ετοιμότητα των πολιτών απέναντι στα ακραία φαινόμενα, αλλά και εκτεταμένη δυσπιστία απέναντι στην ικανότητα των δημόσιων αρχών να διαχειριστούν έκτακτες καταστάσεις, καταγράφει για την Ελλάδα η νέα διεθνής μελέτη του βρετανικού ιδρύματος Lloyd’s Register Foundation. Η έρευνα, η οποία βασίστηκε σε περισσότερες από 143.000 συνεντεύξεις αποτυπώνει αισθητή υποχώρηση των δεικτών ανθεκτικότητας και ουσιαστικές αποκλίσεις της χώρας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στον συνολικό δείκτη ανθεκτικότητας, που αξιολογεί την ατομική, κοινοτική και κοινωνική διάσταση, η Ελλάδα συγκεντρώνει 50 μονάδες, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη χαμηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αμέσως μετά τη Βουλγαρία που καταγράφει 49 μονάδες. Παράλληλα, η χώρα παρουσιάζει την εντονότερη πτώση στον δείκτη κοινωνικής ανθεκτικότητας μεταξύ των ανεπτυγμένων κρατών, με πτώση έντεκα μονάδων κατά την περίοδο 2021-2025. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στη σωρευτική επίδραση των διαδοχικών κρίσεων της τελευταίας πενταετίας, από τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Εύβοια, τη Ρόδο και τον Έβρο, μέχρι τις πλημμύρες στη Θεσσαλία και την πυρκαγιά στη βορειοανατολική Αττική.
Η απόσταση μεταξύ προειδοποίησης και ουσιαστικής αντίδρασης
Τα στοιχεία της έρευνας αναδεικνύουν ένα σημαντικό κενό ανάμεσα στην λήψη μιας ενημέρωσης και στη δυνατότητα εφαρμογής μέτρων προστασίας. Στην Ελλάδα, μόλις το 55% όσων επλήγησαν από φυσική καταστροφή την τελευταία πενταετία δήλωσε ότι είχε λάβει προειδοποίηση, έναντι 77% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη χαμηλότερο εμφανίζεται το ποσοστό όσων μπόρεσαν να λάβουν μέτρα αυτοπροστασίας πριν από την εκδήλωση του φαινομένου, το οποίο περιορίζεται στο 39%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 59%.
Η συγκεκριμένη απόκλιση καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία έχει δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην αποστολή προειδοποιητικών μηνυμάτων εκτάκτου ανάγκης. Η μελέτη δεν αξιολογεί την τεχνική επάρκεια των υφιστάμενων διαύλων επικοινωνίας, αλλά εστιάζει στη συνολική εμπειρία των πολιτών και στην αποτελεσματικότητα των οδηγιών που λαμβάνουν στην πράξη. Παράλληλα, αποτυπώνεται χαμηλό ποσοστό εμπιστοσύνης στην επιχειρησιακή ετοιμότητα του κράτους, καθώς μόλις το 12% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η κυβέρνηση είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια καταστροφή, έναντι 28% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η θεσμική διάσταση και η ευρωπαϊκή στρατηγική ετοιμότητας
Η υποχώρηση της εμπιστοσύνης δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο της πολιτικής προστασίας, αλλά εκτείνεται και σε άλλους θεσμικούς πυλώνες, όπως οι ένοπλες δυνάμεις και η δικαιοσύνη. Παράλληλα, το 70% των συμμετεχόντων στην Ελλάδα εκτιμά ότι οι δημόσιες αρχές δεν επιδεικνύουν το απαιτούμενο ενδιαφέρον για την ευημερία τους, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το 44% που καταγράφεται ως ευρωπαϊκός μέσος όρος.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπογράμμισε ότι η έγκαιρη προειδοποίηση είναι αποτελεσματική μόνο όταν οι πολίτες διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση και τα μέσα για να δράσουν. Επισημάνθηκε ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική δίνει έμφαση στην ενίσχυση της πρόληψης, στην προετοιμασία των νοικοκυριών και στη συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι η κύρια ευθύνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των μέτρων ανήκει στα ίδια τα κράτη-μέλη.
Η εικόνα στην υπόλοιπη Ευρώπη
Παρόμοιες τάσεις υποχώρησης της κοινωνικής ανθεκτικότητας παρατηρούνται και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, αν και σε μικρότερη κλίμακα. Στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Εσθονία, ο σχετικός δείκτης κατέγραψε μείωση έξι μονάδων την ίδια περίοδο. Στη Γαλλία, το 80% όσων επλήγησαν είχε λάβει προειδοποίηση και το 61% έλαβε μέτρα προστασίας, αν και μόλις το 22% των νοικοκυριών διαθέτει οργανωμένο σχέδιο έκτακτης ανάγκης, έναντι 47% στη Γερμανία και 60% στην Αυστρία.
Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ποσοστό των νοικοκυριών που διαθέτει συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών ανέρχεται στο 29%. Τα ευρήματα της μελέτης επιβεβαιώνουν ότι η αντιμετώπιση των κινδύνων απαιτεί όχι μόνο τεχνολογικές υποδομές ενημέρωσης, αλλά και μακροπρόθεσμη εκπαίδευση των πολιτών, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους δημόσιους μηχανισμούς.
