Περισσότερες καταγγελίες, λιγότερη σιωπή, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και βελτιωμένη αποτελεσματικότητα, δείχνουν τα στοιχεία από την ετήσια έρευνα της Επιθεώρησης Εργασίας.
Η έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα, καταγράφει με σαφήνεια την εξέλιξη ενός φαινομένου που παραμένει σύνθετο, αλλά πλέον αντιμετωπίζεται με πιο αποτελεσματικά εργαλεία και αυξημένη θεσμική ετοιμότητα. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η βία και η παρενόχληση στην εργασία εξακολουθούν να εκδηλώνονται κυρίως με ψυχολογικές και λεκτικές μορφές (79%), ενώ τα περιστατικά σωματικής βίας (15%) και σεξουαλικής παρενόχλησης (6%) εμφανίζονται σε χαμηλότερα ποσοστά.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διαχρονικά αυξητική τάση υποβολής επώνυμων καταγγελιών για εργατικές διαφορές βίας και παρενόχλησης ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας. Το 2025 καταγράφηκαν 455 αιτήσεις εργατικών διαφορών σχετικών με περιστατικά βίας και παρενόχλησης, ποσοστό αυξημένο κατά 43% σε σχέση με το 2024. Η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά μόνο την έκταση του φαινομένου, αλλά ταυτόχρονα επιδεικνύει αισιόδοξη αύξηση της ορατότητας, επιβεβαιώνοντας την ολοένα ενισχυόμενη αφύπνιση των εργαζομένων ως προς τα δικαιώματά τους, καθώς και την αυξανόμενη εμπιστοσύνη τους στους θεσμικούς μηχανισμούς προστασίας.
Εξαιρετικά ενθαρρυντικό είναι το διαχρονικά υψηλό ποσοστό επίλυσης των υποθέσεων μέσω της ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών. Το 37% των διαφορών επιλύθηκε με τη λήψη μέτρων συμμόρφωσης, ενώ ποσοστό 6% ματαιώθηκε, κυρίως λόγω ανακλητικών δηλώσεων μετά από επίτευξη συμφωνίας ενόψει της προγραμματισμένης συζήτησης, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός λειτουργεί ακόμη και σε πρώιμο στάδιο αποφασιστικά ως πεδίο επίλυσης και αυξάνει ουσιαστικά το συνολικό ποσοστό αποτελεσματικής διαχείρισης σε επίπεδα άνω του 40%. Αξιοσημείωτη εντός του 2025 είναι η αύξηση των εργατικών διαφορών σε δέκα από μόλις μία το 2024, κατά τις οποίες εφαρμόστηκε το ειδικό διοικητικό μέτρο έκδοσης εντολής με άμεση εκτελεστική ισχύ λήψης προσωρινών μέτρων. Στις εννέα από τις εν λόγω υποθέσεις η συγκεκριμένη εντολή είχε καταλυτική επίδραση στην επίτευξη του στόχου της ουσιαστικής επίλυσης τους, προς την κατεύθυνση της διατήρησης της εργασιακής σχέσης και της αποκατάστασης του κλίματος ομαλότητας, με την αποτροπή επανάληψης των καταγγελλόμενων παρενοχλητικών συμπεριφορών.
Επίσης, το ότι η πλειονότητα των περιστατικών (73%) εντοπίζεται σε σχέσεις κάθετης ιεραρχικής εξάρτησης, υπογραμμίζει τη σημασία της ιεραρχικής ισχύος ως κρίσιμου παράγοντα εκδήλωσης τέτοιας φύσεως παραβατικών συμπεριφορών.
Μείωση της ανοχής
Η αύξηση κατά 8% (21,8% έναντι 14% το 2024) καταγγελιών από τις νεότερες ηλικίες (25-34 ετών) αναδεικνύει την αύξηση του θάρρους με αντίστοιχη μείωση της ανοχής και της σιωπής των νέων απασχολούμενων, απέναντι στις απαξιωτικές και προσβλητικές συμπεριφορές στους χώρους εργασίας.
Σημαντική είναι και η μεταβολή στη σύνθεση των καταγγελλομένων προσώπων. Το 2025, οι γυναίκες αντιστοιχούν στο 38% των καταγγελλομένων, έναντι 30% το 2024, ενώ οι άνδρες παραμένουν πλειονότητα με 62%. Αξιοσημείωτη είναι η για πρώτη φορά καταγραφή σεξουαλικής παρενόχλησης μεταξύ γυναικών (10%), καθώς και από άνδρα προς άνδρα (11%), γεγονός που ενισχύει την ανάγκη προσέγγισης του φαινομένου κυρίως ως ζήτημα παραβίασης της προσωπικής αξιοπρέπειας στον εργασιακό χώρο, ανεξαρτήτως φύλου των εμπλεκομένων.
Στην έκθεση για το 2025 εισάγεται για πρώτη φορά η έννοια του δείκτη παραβατικότητας, ο οποίος διαμορφώνεται στο 9%, με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων και υψηλότερες τιμές που αγγίζουν το 23% σε επιμέρους δραστηριότητες, όπως οι υπηρεσίες υγείας και η διαχείριση ακινήτων, τα κέντρα αισθητικής και τα κομμωτήρια, οι νομικές και λογιστικές δραστηριότητες. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι κλάδοι του λιανικού εμπορίου (8%), του χονδρικού εμπορίου και των καταλυμάτων (9%) και της εστίασης (12%), κυμαίνονται πλησίον του συνολικού δείκτη και ως αποτέλεσμα στοχευμένων δράσεων ευαισθητοποίησης και ελέγχων εντός του 2025.
Η ανάλυση των δεδομένων καταδεικνύει ότι οι πιθανότητες επίλυσης διαφορών αυξάνονται σημαντικά όταν η εργασιακή σχέση παραμένει ενεργή, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της έγκαιρης ενεργοποίησης και παρέμβασης.
