Η κρίση που χτυπά τα ελληνικά νοικοκυριά
Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025, έξι στα δέκα νοικοκυριά δεν καταφέρνουν να καλύψουν τις ανάγκες τους μέχρι το τέλος του μήνα, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα επαρκεί, κατά μέσο όρο, για μόλις 18 ημέρες. Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αλλά πλέον αγγίζει και τη μεσαία τάξη, δημιουργώντας συνθήκες αυξημένης ανασφάλειας και οικονομικής ευαλωτότητας.
Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής υποχώρηση της ικανότητας αποταμίευσης, με πάνω από το 83% των νοικοκυριών να δηλώνει ότι δεν καταφέρνει να αποταμιεύσει, ενώ η συρρίκνωση των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης καθιστά τις ελληνικές οικογένειες ευάλωτες σε οποιαδήποτε απρόβλεπτη δαπάνη. Η αντοχή και η ανθεκτικότητα των νοικοκυριών δοκιμάζονται καθημερινά, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα επηρεάζουν το σύνολο των δαπανών διαβίωσης.
Στερήσεις και αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων
Η συνεχής αύξηση του κόστους ζωής έχει οδηγήσει τα νοικοκυριά σε σημαντικές περικοπές, ακόμη και σε βασικές ανάγκες όπως η διατροφή και η θέρμανση. Η έρευνα καταγράφει ότι το 54% των πολιτών περιορίζει βασικές δαπάνες, ενώ το 12,1% δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει ούτε τα απολύτως αναγκαία. Η αδυναμία αυτή οδηγεί σε ένα κύμα αναπροσαρμογής προτεραιοτήτων, με μείωση δαπανών για ψυχαγωγία, ένδυση και κοινωνικές δραστηριότητες. Το νοικοκυριό, στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, μετατρέπεται σε χώρο όπου η βιωσιμότητα και η οικονομική διαχείριση δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα.
Η έντονη οικονομική πίεση και η έλλειψη ρευστότητας αναδεικνύουν την ανάγκη για μια πιο συστηματική και βιώσιμη προσέγγιση στην οικονομική στήριξη των νοικοκυριών. Μέτρα όπως η αύξηση των μισθών, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και ο έλεγχος των τιμών μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία ενίσχυσης της οικονομικής ανθεκτικότητας, ενώ οι προσωρινές επιδοματικές λύσεις, όπως το «καλάθι του νοικοκυριού», αποδεικνύονται ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προκλήσεων.
Αβεβαιότητα και κοινωνικές ανισότητες
Οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν έντονες. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες, ενώ η μεσαία τάξη συρρικνώνεται σταδιακά, χτυπημένη από τη συνεχή υποχώρηση του εισοδήματος και την έλλειψη αποθεματικών. Η απαισιοδοξία για το μέλλον αυξάνεται, καθώς σχεδόν οι μισοί πολίτες εκτιμούν ότι η οικονομική τους κατάσταση θα χειροτερέψει τον επόμενο χρόνο. Οι φόβοι για απώλεια κατοικίας, χρέη προς τράπεζες και δημόσιο, αλλά και η αβεβαιότητα για την εργασιακή σταθερότητα ενισχύουν το αίσθημα ευαλωτότητας και κοινωνικού κινδύνου.
Η ανασφάλεια αυτή έχει άμεση σχέση με τη μετανάστευση νέων και εργατικού δυναμικού, καθώς η έρευνα καταγράφει καθαρή εκροή ανθρώπινου κεφαλαίου προς το εξωτερικό. Περισσότερα νοικοκυριά έχουν τουλάχιστον ένα μέλος που μετανάστευσε για εργασία (10,9%) σε σύγκριση με εκείνα που επέστρεψαν για εργασία στην Ελλάδα (6,6%), γεγονός που επηρεάζει τη βιωσιμότητα της εγχώριας αγοράς εργασίας και την κοινωνική συνοχή.
