Πριν από έντεκα χρόνια, τα κράτη-μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών συμφώνησαν σε ένα φιλόδοξο σχέδιο δράσης με ορίζοντα το 2030. Το πλάνο αυτό περιλάμβανε 17 κεντρικούς στόχους που σχεδιάστηκαν για να εξασφαλίσουν την ανθρώπινη ευημερία, την οικονομική ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος. Σήμερα, ωστόσο, μια νέα διεθνής έκθεση έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η παγκόσμια κοινότητα βρίσκεται εντελώς εκτός τροχιάς. Κανένας από τους δεκαεπτά αυτούς στόχους δεν πρόκειται να επιτευχθεί στα επόμενα τέσσερα χρόνια, καθώς μόλις το 16% των επιμέρους δεσμεύσεων παρουσιάζει ικανοποιητική πρόοδο, ενώ ένα αντίστοιχο ποσοστό εμφανίζει σαφή επιδείνωση.
Οι τομείς που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη στασιμότητα ή και οπισθοδρόμηση από το 2015 μέχρι σήμερα αφορούν τη δημιουργία βιώσιμων πόλεων, την προστασία της ζωής στη θάλασσα και τη στεριά, καθώς και την εμπέδωση της ειρήνης και της δικαιοσύνης μέσω ισχυρών θεσμών. Παρά την αρχική αισιοδοξία, οι δομικές αδυναμίες των κρατών, η έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης και οι περιορισμένες επενδύσεις στερούν από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες τη δυνατότητα να ακολουθήσουν τις κοινές δεσμεύσεις, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των διαφορετικών περιοχών του πλανήτη.
Η Ευρώπη της ευημερίας και η άνοδος της Ασίας
Η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι οι παγκόσμιοι μέσοι όροι κρύβουν τεράστιες ανισότητες μεταξύ των χωρών. Στην κορυφή της λίστας με τις καλύτερες επιδόσεις κυριαρχούν σχεδόν ολοκληρωτικά οι ευρωπαϊκές χώρες, με τις σκανδιναβικές χώρες, όπως η Φινλανδία, η Σουηδία και η Δανία, να καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις. Ωστόσο, ακόμη και αυτά τα κράτη, παρά την υψηλή τους βαθμολογία, αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες σε θέματα που αφορούν την υπεύθυνη κατανάλωση, την παραγωγή και την άμεση δράση για το κλίμα.
Την ίδια στιγμή, η περιοχή της Ανατολικής και Νότιας Ασίας καταγράφει την πιο ισχυρή και σταθερή πρόοδο την τελευταία δεκαετία. Μεγάλες οικονομίες της περιοχής, όπως η Ινδία και η Κίνα, κατάφεραν να βελτιώσουν σημαντικά τη θέση τους στη διεθνή κατάταξη, δείχνοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη της ηπείρου συνοδεύεται, σε κάποιο βαθμό, από την προσπάθεια βελτίωσης των κοινωνικών και περιβαλλοντικών δεικτών.
Η πολιτική της απομόνωσης και η άρνηση των συνεργασιών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατάταξη που εξετάζει τη δέσμευση των κρατών στη διεθνή συνεργασία και τη στήριξη των κοινών αποφάσεων. Στην κορυφή αυτής της λίστας βρίσκονται μικρότερες χώρες, κυρίως νησιωτικά κράτη και χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως τα Μπαρμπάντος και η Ουρουγουάη, τα οποία επενδύουν σταθερά στις διεθνείς συμμαχίες. Στον αντίποδα, για τρίτη συνεχή χρονιά, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής βρίσκονται στην τελευταία θέση του συγκεκριμένου δείκτη.
Η αρνητική αυτή πρωτιά συνδέεται άμεσα με την πολιτική κατεύθυνση της Ουάσινγκτον υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία οδήγησε στην αποχώρηση της χώρας από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς, συμβάσεις και συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των κορυφαίων συμφωνιών για το κλίμα. Η αμερικανική πλευρά εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή της στην παγκόσμια ατζέντα, υποστηρίζοντας ότι τέτοιου είδους δεσμεύσεις προωθούν ένα μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης που έρχεται σε σύγκρουση με την εθνική κυριαρχία και τα συμφέροντα των πολιτών της.
Η αποτίμηση της κατάστασης βασίστηκε σε περισσότερους από εκατό διαφορετικούς δείκτες, που περιλαμβάνουν από την παιδική θνησιμότητα μέχρι τα τροχαία ατυχήματα και το κάπνισμα. Τα στοιχεία αυτά, που αντλήθηκαν από έγκυρους διεθνείς οργανισμούς και κοινωνικές έρευνες, αποδεικνύουν ότι χωρίς κοινή πολιτική βούληση, το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο παραμένει απλώς μια υπόσχεση στα χαρτιά.
