Η απώλεια της βιοποικιλότητας αναδεικνύεται σε έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας διεθνούς επιστημονικής μελέτης, η οποία προειδοποιεί ότι οι επιχειρήσεις που αδιαφορούν για τη σχέση τους με τη φύση ενδέχεται να αντιμετωπίσουν υπαρξιακές απειλές στο άμεσο μέλλον.
Η μελέτη που θέτει το πλαίσιο των αποφάσεων
Η αξιολόγηση εκπονήθηκε από τη Διακυβερνητική Πλατφόρμα για τη Βιοποικιλότητα και τις Υπηρεσίες των Οικοσυστημάτων, έναν ανεξάρτητο επιστημονικό οργανισμό που συμβουλεύει κυβερνήσεις παγκοσμίως. Η μελέτη χρειάστηκε τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί, βασίστηκε σε χιλιάδες επιστημονικές πηγές και εγκρίθηκε από περισσότερα από 150 κράτη, γεγονός που της προσδίδει ιδιαίτερο πολιτικό και θεσμικό βάρος.
Σύμφωνα με την έκθεση, η υποβάθμιση της φύσης δεν αποτελεί πλέον απομονωμένο περιβαλλοντικό φαινόμενο, αλλά έναν συστημικό κίνδυνο που επηρεάζει την παραγωγή, το εμπόριο, τις επενδύσεις και τη συνολική οικονομική σταθερότητα.
Η αντίφαση των δεσμεύσεων και της πραγματικότητας
Παρά τις διεθνείς δεσμεύσεις για την προστασία σημαντικού μέρους της ξηράς και των θαλασσών έως το τέλος της δεκαετίας, η μελέτη καταγράφει ένα έντονο χάσμα μεταξύ στόχων και πράξεων. Τεράστια χρηματικά ποσά εξακολουθούν να κατευθύνονται σε δραστηριότητες που καταστρέφουν οικοσυστήματα, την ώρα που οι πόροι για την προστασία της φύσης παραμένουν ανεπαρκείς.
Η οικονομία, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, συνεχίζει να λειτουργεί με κίνητρα που ευνοούν τη βραχυπρόθεσμη εκμετάλλευση, υπονομεύοντας τις φυσικές βάσεις στις οποίες στηρίζεται.
Το αθέατο ρίσκο για τις επιχειρήσεις
Ένα από τα κεντρικά ευρήματα της μελέτης είναι ότι η φύση παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός του επιχειρηματικού σχεδιασμού. Λιγότερες από μία στις εκατό εισηγμένες εταιρείες καταγράφουν συστηματικά τις επιπτώσεις τους στη βιοποικιλότητα. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός επικίνδυνου κενού πληροφόρησης, το οποίο αποκρύπτει πραγματικούς κινδύνους για την εφοδιαστική αλυσίδα, την παραγωγή και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι πολλοί τομείς της οικονομίας είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην κατάρρευση των οικοσυστημάτων, ακόμη και όταν οι επιπτώσεις δεν είναι άμεσα ορατές.
Μετασχηματισμός ή αδιέξοδο
Οι συντάκτες της έκθεσης τονίζουν ότι απαιτείται βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία. Η προστασία της φύσης δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική δράση ή ως θέμα εικόνας. Οφείλει να ενσωματωθεί στον πυρήνα της στρατηγικής των επιχειρήσεων, στον τρόπο που λαμβάνονται αποφάσεις και στον τρόπο που αποτιμάται ο οικονομικός κίνδυνος.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι οι επιχειρήσεις έχουν μπροστά τους δύο δρόμους: είτε να συμβάλουν ενεργά στη σταθεροποίηση των οικοσυστημάτων είτε να συνεχίσουν πρακτικές που, μακροπρόθεσμα, υπονομεύουν και τη δική τους ύπαρξη.
Όταν η τύχη της φύσης και της οικονομίας συμπίπτουν
Το συμπέρασμα της διεθνούς επιστημονικής αξιολόγησης είναι σαφές. Η κρίση της βιοποικιλότητας δεν απειλεί μόνο τα είδη και τα οικοσυστήματα, αλλά και τις ίδιες τις οικονομικές δομές που εξαρτώνται από αυτά. Σε έναν κόσμο όπου η φύση καταρρέει, καμία επιχείρηση δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλής.
Η προστασία της φύσης αναδεικνύεται πλέον όχι ως ηθική επιλογή, αλλά ως ζήτημα οικονομικής επιβίωσης.
