Σε μια κίνηση που φέρνει στο προσκήνιο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της ψηφιακής εποχής, η Amazon ανακοίνωσε ότι τα κέντρα αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων της κατανάλωσαν πέρυσι περίπου δυόμισι δισεκατομμύρια γαλόνια νερού σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 5% της ετήσιας κατανάλωσης νερού ολόκληρης της μητροπολιτικής περιοχής του Σιάτλ. Η δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών έρχεται σε μια περίοδο έντονων συζητήσεων και κοινωνικών αντιδράσεων, καθώς πολλές πόλεις και περιφέρειες εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο επιβολής περιορισμών ή και πλήρους αναστολής στην ανέγερση νέων κτιριακών εγκαταστάσεων για την υποστήριξη υπολογιστικών υποδομών, λόγω της τεράστιας ζήτησης σε ηλεκτρική ενέργεια και υδάτινους πόρους.
Η απαίτηση για διαφάνεια στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις
Ερευνητές του περιβάλλοντος και εκπρόσωποι τοπικών κοινωνιών τονίζουν πως η κατανόηση της πραγματικής επίπτωσης των κέντρων δεδομένων είναι εφικτή μόνο μέσα από την παροχή λεπτομερών και απολύτως διαφανών στοιχείων από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες. Το ζήτημα της διαφάνειας έχει ήδη οδηγήσει σε δικαστικές διαμάχες και νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως αυτή που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Γιούτα, η οποία υποχρεώνει τις νέες εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας να αποκαλύπτουν την ετήσια κατανάλωση νερού. Η ανάγκη αυτή καθίσταται επιτακτική, καθώς η κατάσταση διαφοροποιείται σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, καθιστώντας απαραίτητη την αξιολόγηση του κόστους και των ωφελειών για κάθε κοινότητα ξεχωριστά.
Η τεχνική της ψύξης και η σύγκριση με τον ανταγωνισμό
Η λειτουργία των κέντρων δεδομένων απαιτεί συνεχή ψύξη των μηχανημάτων, μια διαδικασία που σε πολλές εγκαταστάσεις της Amazon επιτυγχάνεται μέσω της χρήσης αέρα που φιλτράρεται και υγραίνεται κατά τη διέλευσή του από ειδικά συστήματα. Συγκεκριμένα σε περιοχές όπου το νερό είναι δυσεύρετο, όπως σε τμήματα της Σαουδικής Αραβίας ή στην Αριζόνα, η εταιρεία δηλώνει ότι εφαρμόζει κλειστά συστήματα ψύξης που δεν βασίζονται στην εξωτερική άντληση υδάτων. Παρά τις επικρίσεις, στελέχη της Amazon υποστηρίζουν ότι τα δεδομένα τους αποδεικνύουν μια σαφώς πιο αποδοτική χρήση του νερού σε σχέση με τον κλάδο, υπογραμμίζοντας ότι η εταιρεία πέτυχε μείωση της έντασης κατανάλωσης ανά μονάδα παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στο τελευταίο έτος.
