Η απόφαση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών να μειώσει σημαντικά τη χρηματοδότηση προς υπηρεσίες και οργανισμούς που ασχολούνται με την κλιματική έρευνα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από επιστήμονες, περιβαλλοντικούς εμπειρογνώμονες και διεθνείς φορείς. Κατά πολλούς, η υποχώρηση αυτή θα έχει συνέπειες όχι μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και για τη συλλογική ικανότητα του κόσμου να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή.
Τελευταία κίνηση της αμερικανικής κυβέρνησης είναι η διάλυση του Εθνικού Κέντρου Ατμοσφαιρικής Έρευνας (NCAR), ενός από τα παλαιότερα και πιο σημαντικά επιστημονικά ιδρύματα που παρακολουθούν τον καιρό και τις κλιματικές αλλαγές. Η απόφαση αυτή προβλέπει την υποβάθμιση του ρόλου του οργανισμού και τη μεταφορά κρίσιμων ερευνητικών λειτουργιών σε άλλες δομές, σε μια προσπάθεια να μειωθούν οι δαπάνες και να απομακρυνθεί η «αλυσιτελής κλιματική έρευνα», όπως υποστήριξε η διοίκηση του Λευκού Οίκου.
Σύμφωνα με κορυφαίους ερευνητές, αυτή η εξέλιξη υπονομεύει κρίσιμες δυνατότητες παρακολούθησης και ανάλυσης των μεταβολών στο κλίμα. Οι υπηρεσίες του NCAR προσφέρουν επιστημονικά δεδομένα για την πρόβλεψη ακραίων καιρικών φαινομένων, την παρακολούθηση μεταβολών στη θερμοκρασία, τη διασπορά ρύπων και τη συμπεριφορά των ωκεανών, στοιχεία απαραίτητα για την ασφαλή λειτουργία γεωργικών, μεταφορικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.
Ο καθηγητής και επικεφαλής διεθνών δικτύων για την βιώσιμη ανάπτυξη Τζέφρι Σαξ χαρακτήρισε τις μειώσεις στην χρηματοδότηση μια «μεγάλη αδικία» τόσο για τους Αμερικανούς όσο και για την παγκόσμια κοινότητα. Υπογράμμισε ότι χωρίς αξιόπιστα δεδομένα για το κλίμα, οι κοινωνίες και οι κυβερνήσεις θα αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στο να προσαρμοστούν στις αλλαγές και να προλαμβάνουν φυσικές καταστροφές, γεγονός που θα πλήξει την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η άποψη αυτή ενισχύεται από δημοσιογραφικές αναλύσεις που καταδεικνύουν ότι η συνεχιζόμενη μείωση χρηματοδότησης για την επιστήμη έχει ήδη οδηγήσει σε απολύσεις εκατοντάδων ειδικών και σε αναβολή ή ακύρωση κρίσιμων ερευνητικών προγραμμάτων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται έργα που εντοπίζουν κινδύνους για το περιβάλλον και την υγεία, όπως μετρήσεις της ανόδου των επιπέδων της θάλασσας, πρόγνωση καταιγίδων και επιστημονική υποστήριξη για την αντιμετώπιση επειγόντων φαινομένων.
Πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διεθνής επιστημονική κοινότητα και οργανισμοί όπως τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εκφράσει ανησυχίες για την επίπτωση που έχουν τέτοιες αποφάσεις στη συλλογική προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Ενώ κάποιες χώρες επιδιώκουν να ενισχύσουν τα δικά τους συστήματα παρακολούθησης και έρευνας, η απώλεια δεδομένων από μια μεγάλη δύναμη όπως οι ΗΠΑ μπορεί να δημιουργήσει κενά στην παγκόσμια εικόνα του πλανήτη και να εμποδίσει την ανάπτυξη διεθνών στρατηγικών για την πρόληψη φυσικών κινδύνων.
Παράλληλα, ορισμένοι ειδικοί εκτιμούν ότι η διεθνής ηγεσία στον τομέα της κλιματικής έρευνας μπορεί να μετατοπιστεί σε άλλες περιοχές του κόσμου, με χώρες όπως η Κίνα να επιδιώκουν να ενισχύσουν τον ρόλο τους σε αυτό το πεδίο. Η συνδυασμένη προσπάθεια πολιτικών και επιστημόνων σε παγκόσμιο επίπεδο θα κριθεί καθοριστική για τις μελλοντικές γενιές και την υγεία του πλανήτη.
