Η πρόσφατη ανακοίνωση της αμερικανικής κυβέρνησης να καταργήσει τα ισχύοντα ομοσπονδιακά πρότυπα για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, έχει προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε την κίνηση αυτή ως τη μεγαλύτερη επιχείρηση στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, ισχυριζόμενος ότι θα εξοικονομήσει στους πολίτες το αστρονομικό ποσό των 1,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, μια προσεκτική ματιά στα στοιχεία της ίδιας της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος αποκαλύπτει μια πολύ πιο περίπλοκη και ενδεχομένως ζημιογόνα πραγματικότητα.
Η αριθμητική της κυβέρνησης και οι αντιφάσεις
Το κύριο επιχείρημα της κυβέρνησης βασίζεται στη μείωση του κόστους αγοράς νέων οχημάτων, τα οποία πλέον δεν θα υποχρεούνται να συμμορφώνονται με αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα. Σύμφωνα με την επίσημη ανάλυση, η απαλλαγή από την ανάγκη αγοράς ηλεκτρικών φορτιστών και η μείωση της τιμής των συμβατικών αυτοκινήτων θα επιστρέψουν χρήματα στις τσέπες των καταναλωτών. Παρόλα αυτά, οι ίδιες οι εκθέσεις της αρμόδιας υπηρεσίας περιλαμβάνουν σενάρια όπου το συνολικό κόστος για τους πολίτες ενδέχεται να ξεπεράσει τα 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το έτος 2055.
Το κόστος αυτό προκύπτει κυρίως από τις αυξημένες δαπάνες σε καύσιμα, καθώς και από την ανάγκη για συχνότερες επισκευές και συντήρηση των οχημάτων παλαιότερης τεχνολογίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η οικονομική επιβάρυνση υπερβαίνει κατά πολύ το προσδοκώμενο όφελος, οδηγώντας σε μια καθαρή ζημία για την οικονομία που αγγίζει τα 180 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η παράλειψη της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος
Μια κρίσιμη παράμετρος που φαίνεται να απουσιάζει από τους κυβερνητικούς υπολογισμούς είναι ο αντίκτυπος στη δημόσια υγεία. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η νέα προσέγγιση της Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος αγνοεί επιδεικτικά τη χρηματική αξία των οφελών που προκύπτουν από τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Στο παρελθόν, η προστασία των πολιτών από αναπνευστικά και άλλα νοσήματα θεωρούνταν βασικό στοιχείο της οικονομικής ανάλυσης, καθώς η βελτίωση της υγείας μεταφράζεται σε λιγότερα ιατρικά έξοδα και μεγαλύτερη παραγωγικότητα.
Η απόφαση να ανακληθεί η νομική αναγνώριση ότι οι ρύποι βλάπτουν την ανθρώπινη υγεία αποτελεί τη σημαντικότερη περιβαλλοντική υπαναχώρηση της τρέχουσας διοίκησης. Η κίνηση αυτή έρχεται σε συνέχεια των μεγάλων περικοπών σε προσωπικό, έρευνα και κρατικές επιχορηγήσεις που σχετίζονται με την κλιματική δράση.
Ο δρόμος προς τη δικαστική διαμάχη
Η σύγκρουση πλέον μεταφέρεται στις δικαστικές αίθουσες. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστημονικοί φορείς έχουν ήδη καταθέσει προσφυγές, υποστηρίζοντας ότι η κατάργηση των κανόνων θέτει σε κίνδυνο το μέλλον των πολιτών και βασίζεται σε ελλιπή οικονομικά δεδομένα. Η νομική αυτή μάχη αναμένεται να είναι μακροχρόνια και δεν αποκλείεται να φτάσει μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς διακυβεύονται όχι μόνο δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά και η ίδια η βάση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών.
