Η ενεργειακή στρατηγική της Αθήνας μεταφέρεται στα τέλη Φεβρουαρίου στην Ουάσιγκτον, σε μια κρίσιμη υπουργική συνάντηση που θα κρίνει αν ο «Κάθετος Διάδρομος» θα αποτελέσει το επόμενο success story της περιοχής ή μια χαμένη ευκαιρία. Παρά το γεγονός ότι το έργο προωθείται ως η απόλυτη απάντηση στην απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο, οι «χαμηλές πτήσεις» ως προς το ενδιαφέρον στις πρόσφατες δημοπρασίες αναγκάζει την κυβέρνηση και τον Αμερικανό απεσταλμένο Joshua Volz να αναζητήσουν επειγόντως εμπορική βιωσιμότητα πίσω από τις πολιτικές διακηρύξεις.
Στο επίκεντρο της ατζέντας βρίσκεται πλέον η έννοια της ανθεκτικότητας (resilience). Ο Διάδρομος δεν καλείται απλώς να μεταφέρει καύσιμο, αλλά να λειτουργήσει ως εγγυητής της ενεργειακής ασφάλειας σε μια αλυσίδα χωρών από την Ελλάδα έως την Ουκρανία. Ωστόσο, η «πράσινη» μετάβαση επιβάλλει νέους όρους: οι υποδομές αυτές πρέπει να είναι «future-proof». Ήδη η Enaon και άλλοι διαχειριστές προετοιμάζουν το έδαφος ώστε τα δίκτυα να υποδεχθούν βιομεθάνιο και μίγμα υδρογόνου, ενσωματώνοντας κριτήρια ESG στον σκληρό πυρήνα των επενδύσεων. Η λογική είναι σαφής: το φυσικό αέριο αποτελεί το αναγκαίο «καύσιμο-γέφυρα», αλλά η τελική αξία των υποδομών θα κριθεί από την ικανότητά τους να υπηρετήσουν την απανθρακοποίηση.
Παράλληλα, η Αθήνα επιχειρεί έναν δύσκολο εξισορροπητικό ελιγμό. Από τη μία, επιταχύνει τις έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης με την είσοδο κολοσσών όπως η Chevron –μια κίνηση με ξεκάθαρο γεωπολιτικό εκτόπισμα– και από την άλλη, επενδύει στις ΑΠΕ, μετατρέποντας τη χώρα σε καθαρό εξαγωγέα πράσινης ενέργειας. Το στοίχημα για το βιομηχανικό ρεύμα και την ενεργειακή αποδοτικότητα παραμένει το «αγκάθι» της εγχώριας ανταγωνιστικότητας, όπου απαιτούνται λύσεις που θα ελαφρύνουν την παραγωγή χωρίς να παραβιάζουν τους κανόνες του ανταγωνισμού.
Το ραντεβού στις ΗΠΑ θα δείξει αν ο πολιτικός ρεαλισμός μπορεί να συμβαδίσει με τις επιταγές της βιωσιμότητας, μετατρέποντας τον Διάδρομο σε μια ροή που θα θωρακίζει ενεργειακά και περιβαλλοντικά τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
